ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ-Η Αλήθεια για το πλιάτσικο που τα #MME_xeftiles βάφτισαν «Επενδυση»

  • Αρχες 2004 μόλις 90 μέρες πριν την πανωλεθρία του Παπανδρέου από τον
    Κώστα Καραμανλή, οι ΠΑΣΟΚοι που σήμερα λένε «Μαζί τα φάγαμε» και με
    τότε υφυπουργό Πάχτα (και μετέπειτα δήμαρχος της περιοχής) τρέχουν να
    προλάβουν να πουλήσουν τα Μεταλλεία Χρυσού στη Χαλκιδική για τις
    «δυσκολες» μέρες.
  • Δεν έβρισκαν ΚΑΝΕΝΑΝ ενδιαφερόμενο (κρατήστε το αυτο) στο διαγωνισμό
    εξπρες και βρέθηκε μονον η Ελληνικός Χρυσός του όμιλου ΕΛΛΑΚΤΩΡ του
    ομίλου Γιωργου Μπόμπολα με αντιτιμο €11.000.000 χωρις άδεια για εξόρυξη.
  • Το χαμηλό αντίτιμο ήταν, όπως έλεγαν τότε, για να προστατευθούν οι θέσεις εργασίας και φυσικά γιατι δεν τα ήθελε ΚΑΝΕΙΣ
  • Πριν αλλέκτωρ λαλήσει τρεις, βρέθηκαν ενδιαφερόμενοι που πήραν το 30% της «Ελληνικός Χρυσός» το 2007 έναντι 178.000.000 δολαρίων
  • Η εταιρία που έδωσε 11εκ για να αγοράσει τα μεταλλεία πήρε κι Ευρωπαϊκη επιδότηση 15εκ
  • Το 2008 η Κομισιόν που δεν τρώει σανο απαίτησε την επιστροφή
    επιδοτήσεων ύψους γιατι το τίμημα της εξαγοράς ήταν χαμηλό και οι
    επιδοτήσεις δεν έπρεπε να δοθούν.
  • Το 2011 το ΠΑΣΟΚ ήταν πάλι στην εξουσία και η Ελληνική Δημοκρατία προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να μην εισπράξει 15εκατ. ευρώ από την ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ, φυσικά και πάλι για να σωθούν οι θέσεις εργασίας (τα λεφτά τα πήραν οι εργαζόμενοι ή το κεφάλαιο;)
  • Εν τω μεταξύ η Ελληνική εταιρία  Ελλάκτωρ κατέχει μόλις το 5% , το
    υπόλοιπο 95% ειναι εκτός Ελλάδος, οπότε μάλλον η επένδυση είναι στον
    Καναδά κι όχι στην Ελλάδα
  • Οσο για τις θέσεις εργασίας δεν είναι ακριβώς…αλλά περίπου. Για
    να ανεβάσουν ψευδώς τον αριθμό στους 2000 προκειμένου να δείξει ότι η
    δραστηριότητα αυτή θα φέρει ανάπτυξη/θέσεις εργασίας στην περιοχή,
    μεγάλος αριθμός εργαζομένων αποτελούν επιδοτούμενους από πρόγραμμα ΕΣΠΑ!
    που απλώς -φέρεται να- έχουν κάνει την πρακτική τους εκεί. Ο αριθμός
    όλων των εργαζομένων δεν ξεπερνά τους 1300-1400 – μόνιμοι, προσωρινοί
    και σε εργολαβίες μαζι
  • Συνολικά, στο πρόγραμμα που προέβλεπε μέγιστο αριθμό 1103 επιταγών κατάρτισης (vouchers), συμμετείχαν 868 άνεργοι, και οι 688 από αυτούς σε προγράμματα που περιλάμβαναν πρακτική άσκηση στα Μεταλλεία Κασσάνδρας, δηλαδή τα τέσσερα πέμπτα (79,2%). Η τελευταία πρακτική άσκηση έγινε τον Ιούνιο του 2015. Το συνολικό κόστος του προγράμματος ήταν 6.882.720
    και καλύφθηκε από το ελληνικό δημόσιο (ΕΠΑνΑΔ) και το Ευρωπαϊκό
    Κοινωνικό Ταμείο ΔΗΛΑΔΗ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΚΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΤΗΣ
    «ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ» !
  • Το πρόγραμμα δίνει 4.240 ευρώ στο κάθε ΚΕΚ ανά δικαιούχο άνεργο και το απαλλάσσει από τον ΦΠΑ.Τα 2.000 ευρώ παίρνει ο κάθε άνεργος,
    από τα οποία αφαιρούνται οι φόροι και οι κρατήσεις ασφάλισης, ενώ χάνει
    και το επίδομα ανεργίας που τυχόν έπαιρνε ως τότε!Επειδή η πρακτική
    άσκηση γίνεται σε συγκεκριμένη εταιρεία, τα ΚΕΚ συνάπτουν ιδιωτικό
    συμφωνητικό με την Ελληνικός Χρυσός και η Άκτωρ για την πρακτική άσκηση
    καθώς και το ποσοστό που αυτή θα λάβει για να δεχτεί τους εργαζόμενους
    να κάνουν την άσκησή τους. Δηλαδή η «επενδυση» αντι να πληρώνει μισθούς,
    πληρώνεται !
  • η θυγατρική της Εldorado, Ελληνικός Χρυσός, δεν
    τηρεί τη βασικότερη υποχρέωση που απορρέει από τη σύμβασή της με το
    Δημόσιο που είναι η κατασκευή και λειτουργία μεταλλουργίας χρυσού
    .Γιατι
    βασικη; Διότι μόνο από την εγχώρια παραγωγή καθαρών μετάλλων θα έχει
    ουσιαστικά φορολογικά έσοδα το Ελληνικό Δημόσιο, αλλιώς απλώς εξάγουν το
    μέταλλο χωρις να πληρώνουν φορους στην Ελλάδα! Η απάντηση της εταιρείας είναι ότι «όλοι το κανουν»
  • Οσο για το περιβάλλον μια φωτογραφία όσο χίλια δέντρα (δειτε στην αρχή του άρθρου)

Netakias, Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016 (ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ-Η Αλήθεια για το πλιάτσικο που τα #MME_xeftiles βάφτισαν «Επενδυση») 

Ανακοίνωση για την υπόθεση της σύμβασης Ελληνικού Δημοσίου – Siemens

Με αφορμή την υπόθεση της αίτησης ακύρωσης της συμφωνίας Ελληνικού
Δημοσίου με τη Siemens και την παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια
του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρατηρήθηκε η προσπάθεια από μέλη της
οργάνωσης με την επωνυμία «ΥΠΕΡΒΑΣΗ» να διαφημίσουν αυτή την δικαστική
επιτυχία ως αποτέλεσμα δικών τους ενεργειών, πράγμα που φυσικά δεν
ισχύει.

Με αφορμή τις δημοσιεύσεις της ιστοσελίδας της οργάνωσης
«ΥΠΕΡΒΑΣΗ» αλλά και αναπαραγωγή αυτών στο διαδίκτυο, η διοίκηση του
Σωματείου «Ενωση Φορολογουμένων Ελλάδος» (προηγούμενη ονομασία «Έλληνες
Φορολογούμενοι») διευκρινίζει προς κάθε κατεύθυνση ότι ΟΥΔΕΜΙΑ
συνεργασία υπήρξε με την οργάνωση με την επωνυμία «ΥΠΕΡΒΑΣΗ» και ότι
την υπόθεση αυτή, στην αρχική της φάση επεξεργάστηκαν οι δικηγόροι
Παναγιώτης Χασιώτης και Χρήστος Κλειώσης, ενώ κατά τη συζήτηση στο
Συμβούλιο της Επικρατείας την υποστήριξαν αφενός ο κύριος Παναγιώτης
Χασιώτης και αφετέρου η κυρία Μαρία Σκιαδιώτη. Παράλληλα ο δικηγόρος
Γιαννης Κυριακόπουλος προσέθεσε στη προσπάθεια κρισιμες νομικες
πληροφορίες για το καθεστώς του FCPA (Foreign Corrupt Practice Act)
βάσει του οποιου εχουν κινηθει διαδικασιες σε βάρος της Siemens στις
ΗΠΑ.

Παρακαλούμε κάθε αναφορά στο διαδίκτυο να αποκατασταθεί ώστε να
μην δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις από την διάδοση ανακριβών
πληροφοριών.

Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 2015
Το Διοικητικό Συμβούλιο

Πως μας κλέβει η ΔΕΗ

 

Το χαράτσι και την ΕΡΤ, του λογαριασμού της ΔΕΗ, αν θέλεις μπορείς να
μην τα πληρώνεις, ΑΛΛΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙΣ – όπως όλοι μας – την απάτη που κάνει η
ΔΕΗ με τις «Ρυθμιζόμενες Χρεώσεις»
που αναφέρει στο πίσω μέρος ο
λογαριασμός της και που αφορούν αποκλειστικά και μόνο έξοδά της
εταιρείας. Αυτά φυσικά δεν υπήρχαν παλαιότερα, είναι νέα κόλπα. 

Που ακούστηκε σε ένα προϊόν μιας εταιρείας, να πληρώνουμε το προϊόν και τα έξοδα παραγωγής του ξεχωριστά.

Δηλαδή πληρώνουμε έξτρα τα έξοδα της εταιρείας, που αντί να μπαίνουν στην τιμή της κιλοβαττώρας χρεώνονται ξεχωριστά.

Τα
έξοδα αυτά αφορούν την μεταφορά του ρεύματος στην περιοχή σου, που
είναι υποχρεωμένη να το κάνει, όπως και τα πρόστιμα που της
επιβάλλονται, επειδή δεν τοποθετεί φίλτρα για τα καυσαέρια στα
εργοστάσιά της.

Μάλιστα μας κλέβει δύο φορές, γιατί πληρώνουμε
τα ίδια και στην προκαταβολή και δεν τα αφαιρεί από τον εξοφλητικό
λογαριασμό. Από τα χρήματα της προκαταβολής, αφαιρεί μόνο τις
κιλοβαττώρες.

Επί πλέον μας κλέβει γιατί εκδίδει τους
λογαριασμούς της ανά τετράμηνο και έτσι αναγκαστικά υπερβαίνοντας ο
καταναλωτής το όριο των 1600 KW του «λογαριασμού» (αντί του «μηνός» που
ορίζει η διάταξη), όλες οι χρεώσεις και των κιλοβάττ και των
«Ρυθμιζομένων Χρεώσεων» γίνονται με % επιβαρυντικές προσαυξήσεις και
μπορεί να υπερβαίνουν κατά πολύ το κόστος της κατανάλωσης του ρεύματος.

ΑΝ
ΔΕΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ, αυτοί
να μας κλέβουν και εμείς να τους πληρώνουμε για να πλουτίζουν και για
όσους από εμάς δεν μπορούμε πλέον να αντέξουμε τους υπερχρεωμένους
λογαριασμούς, να μας κόβεται το ρεύμα και ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ
ΕΝΑ ΜΑΓΓΑΛΙ ΠΟΥ ΑΝΑΨΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΖΕΣΤΑΘΟΥΝ.

Δεν νομίζουμε πως
μπορεί να υπάρξει πολιτική λύση και πως από τους βολευτές που γνωρίζουμε
θα βρούμε κάποιο δίκαιο ή θα κάνουν κάποια φιλολαϊκή κίνηση. Γι’ αυτό
θα πρέπει να συνεννοηθούμε και να οργανωθούμε όλοι, έχοντας δε ικανή
νομική κάλυψη, να πάμε δικαστικώς στα Ελληνικά και ακόμη καλύτερα στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα Ευρωπαϊκά δικαστήρια.

Όσον αφορά τα
Πανελλήνια κανάλια, συμπεριλαμβανομένων και των Δημοσίων, που σε πολλά
μέρη της επαρχίας ηλεκτροδοτούνται δωρεάν από τον εκάστοτε Δήμο, τα
πληρώνουμε στα σούπερ μάρκετς και τα λοιπά πολυκαταστήματα, διότι στην
τιμή του κάθε προϊόντος που αγοράζουμε, περιλαμβάνεται και το έξοδο της
ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής διαφήμισής του.

Εισαγγελική έρευνα σε βάρος του Δ. Κοντομηνά για δωροδοκία και ξέπλυμα μαύρου χρήματος

Έρευνα σε βάρος του επιχειρηματία, Δημήτρη Κοντομηνά έχει διατάξει η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας, για σκάνδαλο δωροδοκίας… κυβερνητικών αξιωματούχων στα Σκόπια καθώς και για συνέργεια σε ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Η έρευνα διεξάγεται από την εισαγγελέα Ευγενία Κυβέλου κάτω από απόλυτη μυστικότητα, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες του directnews.gr, ο Έλληνας επιχειρηματίας έχει ήδη κληθεί με την ιδιότητα του «υπόπτου» για την παροχή έγγραφων εξηγήσεων.
Αφορμή
για την επέμβαση της Δικαιοσύνης υπήρξε επίσημο έγγραφο του υπουργείου
Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (Τμήμα Απάτης) για χορήγηση δικαστικής συνδρομής από
τη χώρα μας.

Σύμφωνα
με το έγγραφο αυτό, πολιτικοί των Σκοπίων την περίοδο 2005 – 2006,
φέρεται να χρηματίστηκαν με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ από την Ουγγρική
εταιρεία Magyar Telekom που είναι θυγατρική της Γερμανικής Deutsche Telekom,
με στόχο τη διατήρηση του μονοπωλίου στην τηλεπικοινωνιακή αγορά της
γειτονικής χώρας και την απόκτηση εμπιστευτικών κρατικών πληροφοριών.

Οι
πληρωμές των κυβερνητικών αξιωματούχων, όπως αναφέρουν τα αμερικανικά
έγγραφα, συγκαλύφθηκαν μέσω πλαστών εγγράφων και εικονικών συμφωνιών.
Δύο από τις εταιρείες που φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν για τις δωροδοκίες των πολιτικών στα Σκόπια είναι η Chaptex και η Cosmotelco, ιδιοκτήτης των οποίων είναι ο Δημήτρης Κοντομηνάς.
Ειδικότερα,
για την συγκάλυψη των πληρωμών χρησιμοποιήθηκαν συμβάσεις παροχής
υπηρεσιών μεταξύ των εταιρειών του Έλληνα επιχειρηματία και της Magyar Telekom, τις οποίες οι αμερικανικές αρχές θεωρούν εικονικές.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ παρενέβη ζητώντας από την Ελλάδα δικαστική συνδρομή, επειδή τόσο η Magyar Telekom όσο και η Deutsche Telekom είναι
εισηγμένες στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και είναι υποχρεωμένες να
συμμορφώνονται με τους σχετικούς αμερικανικούς νόμους.
Ήδη,
στις ΗΠΑ οι δύο εταιρείες αναγκάστηκαν να έρθουν σε «συμβιβασμό» με το
Αμερικανικό Δημόσιο καταβάλλοντας ως αποζημίωση περίπου 150 εκατομμύρια
ευρώ. 
Αρνείται τις κατηγορίες
Σύμφωνα με πληροφορίες του directnews.gr,
η εισαγγελέας Ευ. Κυβέλου, στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που
διεξάγει, έχει ζητήσει ήδη από το υπουργείο Δικαιοσύνης των Σκοπίων όλα
τα σχετικά έγγραφα, με σκοπό την πλήρη διελεύκανση της υπόθεσης.
Πάντως,
ο Δ. Κοντομηνάς στις έγγραφες εξηγήσεις που κλήθηκε να δώσει, αρνείται
οποιαδήποτε εμπλοκή του στη δωροδοκία των Σκοπιανών αξιωματούχων και
υποστηρίζει, ότι η εταιρεία συμφερόντων του Chaptex παρείχε μόνο συμβουλευτικές υπηρεσίες στην Magyar Telekom και ενήργησε με απόλυτα νόμιμες και διαφανείς διαδικασίες.
Όπως υποστηρίζει η Chaptex, ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και οι κατηγορίες που  αποδίδονται είναι σκόπιμες και κατασκευασμένες.
Τις κατηγορίες αρνούνται επίσης στις έγγραφες εξηγήσεις τους και οι συνεργάτες του επιχειρηματία, Σταύρος Σταυρίδης και Μιχάλης Κεφαλογιάννης οι οποίοι φέρονται να εμπλέκονται στο ίδιο σκάνδαλο.

Το…εκπτωτικό «τρικ» της ΔΕΗ για το κοινωνικό τιμολόγιο

Αναμφίβολα, το κοινωνικό τιμολόγιο της ΔΕΗ έχει καλύτερες
χρεώσεις σε σχέση με το κανονικό τιμολόγιο και αν το δικαιούστε, καλό
είναι να εγγραφείτε. 

Όμως, μην περιμένετε… θαύματα. Οι εκπτώσεις του -42%
που υπόσχονται είναι απόρροια… marketing και τίποτα περισσότερο. 

Για τους
περισσότερους, οι εκπτώσεις μετά την προσθήκη ΦΠΑ, ειδικών τελών κλπ,
θα είναι ακόμη και…μονοψήφιες.

Η απόφαση του αρμόδιου υπουργού για τον τρόπο υπολογισμού του
Κοινωνικού Τιμολογίου, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ μόλις στις 24 Ιανουαρίου και
έτσι μάθαμε τις λεπτομέρειες της «κοινωνικής παροχής» που ανακοινώθηκε
μετά βαίων και κλάδων για να υπερκαλύψει την νέα αύξηση στα τιμολόγια
της ΔΕΗ. Τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα όσο μας τα λένε. Για
παράδειγμα, ακόμη και αν κάποιος ενταχθεί στο κοινωνικό τιμολόγιο,
κινδυνεύει να… απενταχθεί αν ξεπεράσει τα επιτρεπόμενα όρια κατανάλωσης.
Σε αυτή την περίπτωση θα ισχύσει το κανονικό τιμολόγιο και εκεί που ο
καταναλωτής θα πάει για μαλλί, θα βγει τελικώς…κουρεμένος. Δεν μας είπαν
επίσης, ότι αυτός που θα ενταχθεί στο κοινωνικό τιμολόγιο, θα πληρώνει
ακόμη και… 8 φορές μεγαλύτερο πάγιο σε σχέση με αυτόν που πληρώνει με
βάση το κανονικό τιμολόγιο. Και δεν μας είπαν και άλλα πολλά τα οποία
έχουν ως εξής:

Όσα δεν μας λένε για το κοινωνικό τιμολόγιο της ΔΕΗ

  1. 1.Το εισόδημα που λαμβάνεται υπόψη είναι πάντοτε το οικογενειακό. Άρα συνυπολογίζονται και τα εισοδήματα της συζύγου.
  2. 2.Για το αν πληροί κάποιος το εισοδηματικό
    κριτήριο, δεν εξετάζεται μόνο το πραγματικό εισόδημα αλλά και το
    τεκμαρτό. Έτσι, αν κάποιος έχει ένα σπίτι και ένα αυτοκίνητο στο όνομά
    του, κινδυνεύει να χάσει το κοινωνικό τιμολόγιο της ΔΕΗ.
  3. 3.Χρειάζεται προσοχή με την κατανάλωση. Αν
    ξεπεράσει κάποιος τα προβλεπόμενα όρια, τότε το σύνολο της κατανάλωσης
    θα χρεωθεί με το κανονικό (ακριβό) τιμολόγιο της ΔΕΗ και όχι με το
    μειωμένο. Μάλιστα, η ΔΕΗ θα παρακολουθεί την κατανάλωση σε ετήσια βάση.
    Αν ο μέσος όρος του έτους υπερβαίνει το όριο που έχει τεθεί, τότε θα
    ισχύσει η κανονική χρέωση. Δηλαδή, ένας άνεργος για χρονικό διάστημα
    τουλάχιστον έξι μηνών με εισόδημα έως 12.000 ευρώ, μπορεί να καταναλώνει
    1500 Kwhτο τετράμηνο (ή 6000 KWhσυνολικά) εκμεταλλευόμενος τη χαμηλή χρέωση. Αν σπάσει το φράγμα των 1500 KWhανά τετράμηνο τότε… αντίο έκπτωση
  4. 4.Για να εντοπιστεί αν τηρείται ή όχι το
    όριο κατανάλωσης του κοινωνικού τιμολογίου, δεν λαμβάνεται υπόψη η
    κατανάλωση που γίνεται στις ώρες που ισχύει το νυκτερινό τιμολόγιο της
    ΔΕΗ. Άρα, και οι δικαιούχοι του κοινωνικού τιμολογίου, έχουν κάθε
    συμφέρον να ενεργοποιήσουν το νυχτερινό τιμολόγιο αν δεν το έχουν ήδη
    κάνει και να μεταφέρουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι της
    κατανάλωσης στις ώρες εφαρμογής του νυχτερινού.
  5. 5.Το Κοινωνικό Τιμολόγιο έχει πολλαπλάσιο πάγιο σε σχέση με το κανονικό. Έτσι, αν δικαιούχος καταναλώνει 1000 Kwh,
    θα πληρώνει 11,13 ευρώ ως πάγιο (αν έχει μονοφασική παροχή και 22,2
    ευρώ αν έχει τριφασική. Το κανονικό τιμολόγιο επιβάλλει πάγια 1,52 και
    4,33 ευρώ αντίστοιχα.

Από τη θεωρία στην πράξη

Κάνοντας τις απαραίτητες συγκρίσεις ανάμεσα στα νέα τιμολόγια της ΔΕΗ
και το Κοινωνικό Τιμολόγιο 1 (σ.σ είναι αυτό στο οποίο εντάσσονται στο
οποίο εντάσσονται εργένηδες με χαμηλό εισόδημα, και οικογένειες με
παιδιά εφόσον πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια) προκύπτουν τα εξής. Θα
διαπιστώσετε από τον σχετικό πίνακα ότι οι εκπτώσεις είναι μονοψήφιες:

Κατανάλωση   (σε KWh) Κανονικό τιμολόγιο Κοινωνικό τιμολόγιο 1

Διαφορά
400 60,65 55,98 -7,70%
500 74,19 68 -8,34%
600 87,72 80,01 -8,79%
700 101,26 92,03 -9,12%
800 114,8 104,04 -9,37%
900 145,36 140,18 -3,56%
1000 160,79 153,82 -4,33%
1100 176,22 167,47 -4,97%
1200 191,65 181,11 -5,50%
1300 207,08 194,75 -5,95%
1400 222,51 208,39 -6,35%
1500 237,94 222,03 -6,69%

Financial press, Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013 (Το…εκπτωτικό «τρικ» της ΔΕΗ για το κοινωνικό τιμολόγιο) 

ΕΡΕΥΝΑ: Τα επικίνδυνα πλαστά χρεόγραφα των 600 δις

Μεγάλη και αποκαλυπτική έρευνα από τους :
 
-Γιώργο Γιαβή, ιδρυτικό στέλεχος της END
-Θεόδωρο Καρυώτη,  ιδρυτικό στέλεχος της END
-Ελευθέριο Ρήνο, ιατρό
-Γιώργο Γιαλτουρίδη, επιχειρηματία
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ:

Μέχρι σήμερα, η χρήση πλαστών και παράνομων συναλλαγματικών εμφανιζόταν
κυρίως σε τριτοκοσμικές χώρες. Η οικονομική κρίση όμως δεν έρχεται μόνη.
Πρόσφατα η χώρα μας έγινε αποδέκτης μιας τέτοιας προσπάθειας, από
έναν αμφιλεγόμενο “επενδυτή” από την Πάτρα, τον κ. Αρτέμιο Σώρρα, ο οποίος πλαισιώνεται από μια ομάδα ομογενών επιχειρηματιών και επιστημόνων, που ωστόσο διαρκώς μικραίνει.
Στις 18 Νοεμβρίου 2010, ο κ. Αρτέμιος Σώρρας έστειλε το παρακάτω ηλεκτρονικό μήνυμα στον κ. Γιώργο Γιαβή,
ιδρυτικό στέλεχος της οργάνωσης END – End National Debt που ωστόσο
διαχώρισε τη θέση του και υπέβαλε την παραίτηση του, όταν
συνειδητοποίησε την πραγματικότητα.
 
Ακολουθούν σημαντικά αποσπάσματα από το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε ο κ. Σώρρας:

Απο: COMMERCIAL GATE S.A 

Προς: Γιώργος Γιαβής
Στάλθηκε: 11:48 μ.μ. Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010
Θεμα: Fw: IBOEs ενημερωση us bonds
 το ολικο ποσο ειναι περιπου 2.980.000.000.000 δολλαρια με ληξη 2014
μαζι με ολα τα συμβολαια και ολα τα εξιδικευμενα εγγραφα που τα
συνοδεβουν και το ιστορικο τους απο το υπουργειο οικονομικων της
αμερικης…
 …εχω την αμεση δυνατοτητα να πεισω τον δικαιουχο των πιο πανω
ομολογων και να τα καταθεσει στον υπαρχοντα τραστι λογαριασμο μου η σε
αλλον τραστι που θα του υποδειξω…
 …η αρχικη συμφωνια μας που καθομαστε στο τραπεζι ειναι το μισο ποσο
θα το διαχειριστω εγω οπως θελω και οπου θελω χωρις καμια υποχρεωση
απεναντι του…
 …το υπολοιπο η μονη δεσμευση και υποχρεωση που θα εχω απεναντι του
θα ειναι εφοσον βαλουμε ολο το ποσο στον δικο μας τραστι λογαριασμο ισως
πρεπει να ανοιχτει και ενας προβαηντερ λογαριασμος για να διαιρει να
παραλαμβανει να δεχετε να ακυρωνει και να κανει συναλαγες…
 …αλλα σε τακτα διαστηματα και εφοσον το επιτρεπουν οι συγκιριες σε
ποσα που εμεις θα εγκρινουμε κατοπιν συνενοησης με την τραπεζα μας θα
στελνουμε το μεριδιο του τα ομολογα δηλαδη πχ 500.000.000 σε δικια του
πλεον τραπεζα…
 …εχουμε την δυνατοτητα πλεον με μια τοσο καλη εγγυηση οπως τα
αμερικανικα εγγραφα οπου φενομαστε δικαιουχοι να δανειστουμε απο τις
αγορες εως το 14 που ληγουν…
 …αλλα παντα πρεπει να κινουνται στις γραμμες που θα εχω σχεδιασει η
θα αυτοσχεδιαζω η θα διορθωνω η θα ασκω βετο η οτιδηποτε.
Σε αυτό το email ο κ. Σώρρας είχε επισυνάψει φωτογραφία του
συγκεκριμένου International Bill of Exchange (IBOE) που είχε στην κατοχή
του: 
 
Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΛΑΣΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ
Ο εκδότης και υπογράφων του χρεογράφου είναι ο Stephen Louis Wozny,
πρώην δικηγόρος και κάτοικος της πολιτείας της Washington των Ηνωμένων
Πολιτειών. Μόλις το 2003 ο S.L. Wozny διαγράφηκε από το Δικηγορικό Σύλλογο της Washington, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της πολιτείας και η απόφαση φιλοξενείται στον επίσημο δικτυακό τόπο του συλλόγου.
Η απόφαση αυτή βασίστηκε στη συμπεριφορά του κ. Wozny κατά τα έτη 2001
και 2002, όπου καταδείχθηκε η ανικανότητα του να ασκεί δικηγορία..
 
Το παραπάνω χρεόγραφο, που στάλθηκε από τον κ. Σώρρα, ήταν το υπ.
αριθμόν 2009-0500-SLW-0010-0216, και σε αυτό αναφέρεται ως Δικαιούχος η
υπεράκτια εταιρεία Red Panther Limited, με έδρα στη νήσο Σεϊχέλες, ως Αποδέκτης ο ίδιος ο κ. Wozny και ως Εγγυητής του χρεογράφου ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ. 
Τα ίδια ονόματα Stephen Louis Wozny και Red Panther Limited τα
δημοσιοποίησαν επίσης οι Σώρρας και η ομάδα του σε εκπομπή του κ. Μπεξή
στο Κανάλι 9. Παρακάτω είναι το link από το στιγμιότυπο οθόνης, όπου
φαίνονται οι αριθμοί των χρεογράφων: 
 
Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΤΩΝ ΗΠΑ
Κατόπιν γραπτής αίτησης στο Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, και
συγκεκριμένα στο Τμήμα Μετριασμών Κινδύνων και Ερευνών (Risk Mitigation
and Investigations Section), σχετικά με την γνησιότητα του συγκεκριμένου
χρεογράφου και συνοδευόμενη με φωτογραφία του χρεογράφου, λάβαμε την
ακόλουθη γραπτή απάντηση:
Mr. Gialtouridis,
The International Bill of Exchange you sent to me for review is not an
obligation of the United States and is fraudulent. The following link
will take you to our website “Frauds, Phonies, & Scams,” for more
information on the subject
http://www.treasurydirect.gov/instit/statreg/fraud/fraud.htm
The information you provided us with will be forwarded to the Treasury’s Office of Inspector General (OIG) for their review.
If you have any further questions please do not hesitate to contact us at (304) 480-6405
R…
Risk Mitigation and Investigations Section
Μετάφραση:
κ. Γιαλτουρίδη,
Η διεθνής συναλλαγματική που μου στείλατε για έλεγχο δεν αποτελεί υποχρέωση των Ηνωμένων Πολιτειών και είναι δόλια.
Ο παρακάτω σύνδεσμος (link) θα σας μεταφέρει στην ιστοσελίδα μας
«Απάτες, ψεύτικα (έγγραφα) και κομπίνες» για περισσότερες πληροφορίες
σχετικά με το θέμα
Οι πληροφορίες που μας παρείχατε θα διαβιβαστούν στο Γραφείο του Γενικού
Επιθεωρητή (OIG) του Υπουργείου Οικονομικών για τον έλεγχο τους.
Εάν έχετε περαιτέρω απορίες, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο (304) 480-6405
R…
Τμήμα Μετριασμών Κινδύνων και Ερευνών (Risk Mitigation and Investigations Section)
ΤΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ ΔΗΛΩΝΟΝΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΓΧΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ WASHINGTON
Στα πλαίσια κωδικοποίησης των ομοιόμορφων πράξεων στην επικράτεια των
ΗΠΑ, χρησιμοποιείται ο κώδικας UCC (Uniform Commercial Code ή
Ομοιόμορφος Εμπορικός Κώδικας) που επιτρέπει τους Πιστωτές να δηλώνουν
οφειλές από Οφειλέτες στο Τμήμα Οικονομικών της αντίστοιχης πολιτείας. Ο
κώδικας UCC δεν έχει οποιαδήποτε νομοθετική δύναμη και για να
εφαρμοστεί οποιαδήποτε ομοιόμορφη νομική πράξη απαιτείται η έγκριση των
κρατικών νομοθετικών σωμάτων και αρχών.
Στις 13 Αυγούστου του 2004 κατατέθηκε το αρχικό έγγραφο UCC1 από τον
Wozny στο Washington State Department of Licensing. Ο κ. Wozny,
εμφανίστηκε σαν Πιστωτής (Secured Party και Creditor), και δήλωσε σαν
Οφειλέτη (Debtor) τον Δικηγορικό Σύλλογο της πολιτείας της Washington
(Washington State Bar Association).
Στη συνέχεια υπέβαλε αλλαγές επί της αρχικής δήλωσης UCC1, μοιράζοντας
το αρχικό ποσό σε μικρότερα χρεόγραφα υπό τη μορφή τροποποιήσεων
(Amendments). Οι τροποποιήσεις αυτές ονομάζονται UCC3 και πρέπει να
συνοδεύουν το χρεόγραφο IBOE. Μάλιστα, τα UCC3 αναφέρονται ρητά στο
χρεόγραφο ΙΒΟΕ που απέστειλε ο κ. Αρτέμιος Σώρρας, στο τμήμα που
περιλαμβάνει τις “Ειδικές οδηγίες – Special Instructions” και ειδικότερα
στο σημείο Νο. 4.
Η “ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ” ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ
Περίπου ένα χρόνο μετά την διαγραφή του από το Δικηγορικό Σύλλογο της
πολιτείας Washington, και συγκεκριμένα στις 13 Αυγούστου του 2004, ο
Stephen Louis Wozny δήλωσε μέσω UCC ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος της
πολιτείας Washington του οφείλει 2,8 τρισεκατομμύρια δολάρια. 
Στο κάτω μέρος της δήλωσης UCC1 σχετικά με εγγυήσεις ο Wozny δηλώνει:
Έναρξη εμπορικής επίσχεσης (lien) που σχετίζεται με σύμβαση εργασίας
ιδιωτικού δικαίου για την μη εξουσιοδοτημένη χρήση του δικαιώματος
πνευματικής ιδιοκτησίας / εμπορικού σήματος, σύμφωνα με τους όρους της
εν λόγω σύμβασης τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να επικοινωνήσουν με τον
Πιστωτή για περισσότερες λεπτομέρειες. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία του
οφειλέτη, τη γη και την προσωπική περιουσία, και όλες τις αξιώσεις του
οφειλέτη στα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, τη γη και την προσωπική
περιουσία, που του ανήκουν τώρα και θα αποκτήσει εφεξής, που υπάρχουν
τώρα και θα αποκτηθούν εφεξής, που υπάρχουν τώρα και θα προκύψουν στο
μέλλον, και όπου και αν βρίσκονται, μέχρι που το χρέος που οφείλεται,
δηλαδή Δύο Τρισεκατομμύρια Οκτακόσια Εβδομήντα Έξι Δισεκατομμύρια
Πεντακόσια Είκοσι Έξι Εκατομμύρια Πεντακόσιες Χιλιάδες δολαρίων Ηνωμένων
Πολιτειών της Αμερικής ακριβώς ($2,876,526,500,000.00), να καταβληθεί
στο ακέραιο.
Στο παραπάνω κείμενο βλέπουμε από που
προέρχεται ο ισχυρισμός ύπαρξης των 2,8 τρις δολαρίων του κ. Σώρρα, που
ουσιαστικά είναι μια υποτιθέμενη υποχρέωση του Δικηγορικού Συλλόγου της
Washington προς τον κ. Wozny και όχι τίμημα για την πώληση Απολλώνιας
τεχνολογίας ή για κάποια μεγάλα δημόσια έργα
.
Το χρονικό διάστημα που δηλώνει ο κ. Wozny για την είσπραξη του χρέους
είναι 10 χρόνια, με ημερομηνία λήξεως την 13η Αυγούστου 2014. Η
ημερομηνία λήξεως των χρεογράφων φυσικά ταυτίζεται με την ημερομηνία που
ισχυρίζεται ο κ. Σώρρας ότι λήγουν τα “ομόλογα” του, αφού πρόκειται για
το ίδιο χρέος.
Ο ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΗΣ WASHINGTON ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΑ ΤΟ ΧΡΕΟΣ
Λίγους μήνες μετά την δήλωση UCC από τον κ. Wozny ο Δικηγορικός Σύλλογος
της πολιτείας Washington με δική του δήλωση UCC δήλωσε τα ακόλουθα:
Ο Δικηγορικός Σύλλογος της Washington δεν χρωστάει στον Stephen-Louis
Wozny. Ο κ. Wozny, ένας δικηγόρος, διαγραμμένος από το σύλλογο,
ισχυρίζεται ψευδώς ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος της Washington του οφείλει
χρήματα για παράβαση του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας που του
ανήκει, χωρίς έρεισμα σε νόμο ή γεγονός. Για περισσότερες πληροφορίες,
επικοινωνήστε με το Γενικό Σϋμβουλο του Δικηγορικού Συλλόγου της
Washington στο bobw@wsba.org
 
Στη συνέχεια, ο Stephen Louis Wozny
αγνοώντας τη δήλωση του Συλλόγου και παριστάνοντας την Federal Reserve,
άρχισε να εκδίδει χρεόγραφα IBOE, βασισμένα στο αρχικό υποτιθέμενο χρέος
του Δικηγορικού Συλλόγου της Washington, και να τα εκχωρεί σε διάφορους
ενδιαφερόμενους ανά την υφήλιο, κατά την πλειοψηφία τους
ψευτοεπιχειρηματίες τριτοκοσμικών χωρών. Ωστόσο, κάθε εκχώρηση
χρεογράφου δηλώνεται από τον ίδιο τον κ. Wozny στην πολιτεία Washington,
μέσω του κώδικα UCC, αφήνοντας ίχνη για την πορεία των πλαστών
εγγράφων.
Η ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΣΤΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ
Το προαναφερθέν χρεόγραφο, υπ’ αριθμόν 2009-0500-SLW-0010-0216, εκδόθηκε
από τον κ. Wozny στις 7 Αυγούστου 2009. Περίπου το ίδιο χρονικό
διάστημα αναπτύχθηκε μια συνεργασία μεταξύ κ. Wozny και κ. Σώρρα. Στις
18 Νοεμβρίου 2010, ο κ. Σώρρας απέστειλε το μήνυμα ηλεκτρονικού
ταχυδρομείου που συμπεριελάμβανε τη φωτογραφία του συγκεκριμένου
International Bill of Exchange (IBOE) που προφανώς είχε στην κατοχή
του. 
Ακριβώς 21 ημέρες αργότερα, στις 9 Δεκεμβρίου 2010, ο κ. Wozny δήλωσε
στην πολιτεία της Washington, μέσω κώδικα UCC, την πρώτη εκχώρηση του
συγκεκριμένου χρεογράφου το οποίο ήταν μέχρι τότε στην κατοχή του
Σώρρα. 
Η εκχώρηση έγινε στον νέο δικαιούχο του χρεογράφου, στην τουρκική εταιρεία Maan Guarantee Holding Anonim Sirketi,
με έδρα στη Κωνσταντινούπολη. Πρόεδρος της τουρκικής εταιρείας είναι ο
Mehmet Ali Tuksavul. Η εταιρεία αυτή δραστηριοποιείται στον
χρηματοπιστωτικό κλάδο, στην εκμετάλλευση ορυκτών πλούτων και κτηματικών
περιουσιών, στην εξαγορά άλλων εταιρειών και σε αγορά πολύτιμων λίθων. 
Ένα μήνα αργότερα το ίδιο χρεόγραφο εκχωρήθηκε στην εταιρεία
Panther Continental S.A., μια θυγατρική της Maan Guarantee Holding
Anonim Sirketi, με γραφεία στην Ελβετία και στις Βρετανικές Παρθένους
Νήσους και με πρόεδρο τον αδελφό του Mehmet Ali Tuksavul, τον Nezih Umut
Tuksavul.
Μια ερευνα για τον Mehmet Ali Tuksavul στο διαδίκτυο φανερώνει ότι ο
ίδιος είναι λάτρης του Κεμάλ και των Ρόθτσιλντ με αναμνήσεις παλαιών
Οθωμανικών εποχών.
Ο κ. Σώρρας μέχρι στιγμής έχει αποκρύψει από τον Ελληνικό και
Κυπριακό λαό την συνεργασία του με τον κ. Wozny αλλα και με τους δυο
Τούρκους.
Η επικινδυνότητα του εγχειρήματος του Σώρρα για την
ασφάλεια της Ελλάδος και της Κύπρου είναι υπαρκτή. Τα νέα αυτά στοιχεία
αποδεικνύουν ότι η απαίτηση του Σώρρα για ανταλλαγή των χρεογράφων IBOE
με ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου ονομαστικής αξίας $600
δισεκατομμυρίων, ίσως να αποτελεί Δούρειο Ίππο που μπορεί να οδηγήσει
στην υποδούλωση της χώρας από Τούρκους επιχειρηματίες.
Για αυτά τα IBOE, ο βουλευτής Νικολόπουλος, “θυσιάζει” και την
βουλευτική του ασυλία. Του ζητάμε να ζητήσει από τον κ. Σώρρα ένα από
αυτά τα ΙΒΟΕ και να τα δώσει ο ίδιος στην αμερικανική πρεσβεία στην
Αθήνα, για να έχει σύντομα την απάντηση από το Υπουργείο Οικονομικών των
ΗΠΑ. Στοιχηματίζουμε πάντως ότι ο κ. Σώρρας θα βρει μια δικαιολογία και
θα αρνηθεί να δώσει έστω και ένα ΙΒΟΕ στον κ. Νικολόπουλο. 
πηγή: taxalia.blogspot.com
“Η CYPRUS MOTHERLAND LAND BANK”
Το βράδυ της Κυριακής 30 Σεπτεμβρίου 2012, σε συγκέντρωση στο ξενοδοχείο President στην Αθήνα, ο γιατρός Μανώλης Λαμπράκης, Πρόεδρος του οργανισμού End National Debt δήλωσε μεταξύ άλλων και τα παρακάτω για την Ελληνική γη στα κατεχόμενα:
«… να επανακτήσουν την γη των προγόνων τους. Μόλις λοιπόν ο κ. Σώρρας
και εμείς ακούσαμε αυτή τη φωνή, με εντολή του κ. Σώρρα δημιουργήθηκε
ήδη μία καινούργια τράπεζα που ονομάζεται Τράπεζα Γής της Κύπρου. Cyprus
Motherland Land Bank. Σε αυτή την τράπεζα κατατίθενται 20 δις δολάρια
και όποιος Ελληνοκύπριος επιθυμεί να πουλήσει την περιουσία του στα
κατεχόμενα θα πηγαίνει στην τράπεζα θα καταθέτει τους τίτλους
ιδιοκτησίας και εάν εις το μέλλον επιθυμεί να επανακτήσει την γη του θα
αποπληρώνει το αυτό τίμημα …Ένας λοιπόν πολύ σημαντικός άνθρωπος ο
οποίος μας είπε, εντός συντόμου χρονικού διαστήματος, εάν γινόταν αυτή η
κίνηση, θα μπορούσαμε να είχαμε τουλάχιστον το 70% των γαιών της
Κύπρου. Έτσι λοιπόν, την Παρασκευή το απόγευμα, 4 η ώρα, 600 δις για την
Ελλάδα 50 δις για την Κύπρο. Επιπλέον 20 δις θα κατατεθούν την επόμενη
εβδομάδα σύμφωνα με τον κ. Σώρρα εφόσον έχει την ώρα να μεταβεί στο
Τορόντο για την χρηματοδότηση της Τράπεζας Γής…».
Ευτυχώς, στελέχη της Κυπριακής κυβέρνησης απέρριψαν την πρόταση. Όλες οι
αποδείξεις δείχνουν τον κ. Σώρρα να έχει ένα σκιώδη ρόλο και να
λειτουργεί σαν δάκτυλος ξένων μυστικών υπηρεσιών. Σε δηλώσεις του στον
HellasFM της Νέας Υόρκης μιλάει για συναντήσεις με στρατηγούς της CIA
και συζητήσεις για τη Μέση Ανατολή. Παρόμοια, η επιστολή του κ.
Εμμανουήλ Λαμπράκη προς τον Θεόδωρο Καρυώτη, μιλάει για σχέσεις της
οργάνωσης με τις ίδιες μυστικές υπηρεσίες.
Αναφορικά με την τράπεζα για την αγορά εκτάσεων στην τουρκοκρατούμενη
Κύπρο, ο προβληματισμός είναι εμφανής. Οι Κύπριοι αδερφοί μας, που έχουν
το δίκαιο με το μέρος τους, μπορούν να δικαιωθούν στα διεθνή δικαστήρια
αφού υπάρχει νόμιμη διαδικασία να πάρουν πίσω τις περιουσίες τους.
Γιατί κάποιος να προσπαθήσει να αγοράσει από τους Τούρκους σφετεριστές
ελληνικές περιουσίες και να τους αποδώσει χρήματα; Και αν αυτά τα
ακίνητα πουληθούν σε τρίτο, μήπως ουσιαστικά δυσκολεύουν οι δικαστικές
κινήσεις των θιγομένων;
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι καθαρά θέμα αναγνώρισης των τουρκικών εγκλημάτων. Ο
κ. Σώρρας και ο κ. Λαμπράκης, έχουν αποδεχθεί μια ιδέα νομιμοποίησης
των κτηνωδιών των Τούρκων και μετατροπής του προβλήματος σε
κτηματομεσιτικό.

Ποιούς συμφέρει μια τέτοια κίνηση; Φυσικά όχι τους Κύπριους. Φυσικά
όχι το Έθνος. Απαιτούμε εξηγήσεις από τον κ. Σώρρα σχετικά με τις
παραπάνω αποκαλύψεις.
Γεώργιος Γιαβής
Επιχειρηματίας, Τρίπολη
Γεώργιος Γιαλτουρίδης
Επιχειρηματίας, Βοστώνη, ΗΠΑ
Θεόδωρος Καρυώτης
Καθηγητής Πανεπιστημίου, Washington, ΗΠΑ
Ελευθέριος Ρήνος
Ιατρός, Ρόδος

The drugs don’t work: a modern medical scandal

Phil Partridge for GNL Imaging

The doctors prescribing the drugs don’t know they don’t do what they’re
meant to. Nor do their patients.

The manufacturers know full well, but
they’re not telling.

Drugs are tested by their manufacturers, in poorly designed trials, on hopelessly small numbers of weird, unrepresentative patients, and analysed using techniques that exaggerate the benefits.

Reboxetine is a drug I have prescribed. Other drugs had done nothing for my patient, so we wanted to try something new. I’d read the trial data before I wrote the prescription, and found only well-designed, fair tests, with overwhelmingly positive results. Reboxetine was better than a placebo, and as good as any other antidepressant in head-to-head comparisons. It’s approved for use by the Medicines and Healthcare products Regulatory Agency (the MHRA), which governs all drugs in the UK. Millions of doses are prescribed every year, around the world. Reboxetine was clearly a safe and effective treatment. The patient and I discussed the evidence briefly, and agreed it was the right treatment to try next. I signed a prescription.

But we had both been misled. In October 2010, a group of researchers was finally able to bring together all the data that had ever been collected on reboxetine, both from trials that were published and from those that had never appeared in academic papers. When all this trial data was put together, it produced a shocking picture. Seven trials had been conducted comparing reboxetine against a placebo. Only one, conducted in 254 patients, had a neat, positive result, and that one was published in an academic journal, for doctors and researchers to read. But six more trials were conducted, in almost 10 times as many patients. All of them showed that reboxetine was no better than a dummy sugar pill. None of these trials was published. I had no idea they existed.

It got worse. The trials comparing reboxetine against other drugs showed exactly the same picture: three small studies, 507 patients in total, showed that reboxetine was just as good as any other drug. They were all published. But 1,657 patients’ worth of data was left unpublished, and this unpublished data showed that patients on reboxetine did worse than those on other drugs. If all this wasn’t bad enough, there was also the side-effects data. The drug looked fine in the trials that appeared in the academic literature; but when we saw the unpublished studies, it turned out that patients were more likely to have side-effects, more likely to drop out of taking the drug and more likely to withdraw from the trial because of side-effects, if they were taking reboxetine rather than one of its competitors.

I did everything a doctor is supposed to do. I read all the papers, I critically appraised them, I understood them, I discussed them with the patient and we made a decision together, based on the evidence. In the published data, reboxetine was a safe and effective drug. In reality, it was no better than a sugar pill and, worse, it does more harm than good. As a doctor, I did something that, on the balance of all the evidence, harmed my patient, simply because unflattering data was left unpublished.

Nobody broke any law in that situation, reboxetine is still on the market and the system that allowed all this to happen is still in play, for all drugs, in all countries in the world. Negative data goes missing, for all treatments, in all areas of science. The regulators and professional bodies we would reasonably expect to stamp out such practices have failed us. These problems have been protected from public scrutiny because they’re too complex to capture in a soundbite. This is why they’ve gone unfixed by politicians, at least to some extent; but it’s also why it takes detail to explain. The people you should have been able to trust to fix these problems have failed you, and because you have to understand a problem properly in order to fix it, there are some things you need to know.

Drugs are tested by the people who manufacture them, in poorly designed trials, on hopelessly small numbers of weird, unrepresentative patients, and analysed using techniques that are flawed by design, in such a way that they exaggerate the benefits of treatments. Unsurprisingly, these trials tend to produce results that favour the manufacturer. When trials throw up results that companies don’t like, they are perfectly entitled to hide them from doctors and patients, so we only ever see a distorted picture of any drug’s true effects. Regulators see most of the trial data, but only from early on in a drug’s life, and even then they don’t give this data to doctors or patients, or even to other parts of government. This distorted evidence is then communicated and applied in a distorted fashion.

In their 40 years of practice after leaving medical school, doctors hear about what works ad hoc, from sales reps, colleagues and journals. But those colleagues can be in the pay of drug companies – often undisclosed – and the journals are, too. And so are the patient groups. And finally, academic papers, which everyone thinks of as objective, are often covertly planned and written by people who work directly for the companies, without disclosure. Sometimes whole academic journals are owned outright by one drug company. Aside from all this, for several of the most important and enduring problems in medicine, we have no idea what the best treatment is, because it’s not in anyone’s financial interest to conduct any trials at all.

Now, on to the details.

In 2010, researchers from Harvard and Toronto found all the trials looking at five major classes of drug – antidepressants, ulcer drugs and so on – then measured two key features: were they positive, and were they funded by industry? They found more than 500 trials in total: 85% of the industry-funded studies were positive, but only 50% of the government-funded trials were. In 2007, researchers looked at every published trial that set out to explore the benefits of a statin. These cholesterol-lowering drugs reduce your risk of having a heart attack and are prescribed in very large quantities. This study found 192 trials in total, either comparing one statin against another, or comparing a statin against a different kind of treatment. They found that industry-funded trials were 20 times more likely to give results favouring the test drug.

These are frightening results, but they come from individual studies. So let’s consider systematic reviews into this area. In 2003, two were published. They took all the studies ever published that looked at whether industry funding is associated with pro-industry results, and both found that industry-funded trials were, overall, about four times more likely to report positive results. A further review in 2007 looked at the new studies in the intervening four years: it found 20 more pieces of work, and all but two showed that industry-sponsored trials were more likely to report flattering results.

It turns out that this pattern persists even when you move away from published academic papers and look instead at trial reports from academic conferences. James Fries and Eswar Krishnan, at the Stanford University School of Medicine in California, studied all the research abstracts presented at the 2001 American College of Rheumatology meetings which reported any kind of trial and acknowledged industry sponsorship, in order to find out what proportion had results that favoured the sponsor’s drug.

In general, the results section of an academic paper is extensive: the raw numbers are given for each outcome, and for each possible causal factor, but not just as raw figures. The «ranges» are given, subgroups are explored, statistical tests conducted, and each detail is described in table form, and in shorter narrative form in the text. This lengthy process is usually spread over several pages. In Fries and Krishnan (2004), this level of detail was unnecessary. The results section is a single, simple and – I like to imagine – fairly passive-aggressive sentence:

«The results from every randomised controlled trial (45 out of 45) favoured the drug of the sponsor.»

How does this happen? How do industry-sponsored trials almost always manage to get a positive result? Sometimes trials are flawed by design. You can compare your new drug with something you know to be rubbish – an existing drug at an inadequate dose, perhaps, or a placebo sugar pill that does almost nothing. You can choose your patients very carefully, so they are more likely to get better on your treatment. You can peek at the results halfway through, and stop your trial early if they look good. But after all these methodological quirks comes one very simple insult to the integrity of the data. Sometimes, drug companies conduct lots of trials, and when they see that the results are unflattering, they simply fail to publish them.

Because researchers are free to bury any result they please, patients are exposed to harm on a staggering scale throughout the whole of medicine. Doctors can have no idea about the true effects of the treatments they give. Does this drug really work best, or have I simply been deprived of half the data? No one can tell. Is this expensive drug worth the money, or has the data simply been massaged? No one can tell. Will this drug kill patients? Is there any evidence that it’s dangerous? No one can tell. This is a bizarre situation to arise in medicine, a discipline in which everything is supposed to be based on evidence.

And this data is withheld from everyone in medicine, from top to bottom. Nice, for example, is the National Institute for Health and Clinical Excellence, created by the British government to conduct careful, unbiased summaries of all the evidence on new treatments. It is unable either to identify or to access data on a drug’s effectiveness that’s been withheld by researchers or companies: Nice has no more legal right to that data than you or I do, even though it is making decisions about effectiveness, and cost-effectiveness, on behalf of the NHS, for millions of people.

In any sensible world, when researchers are conducting trials on a new tablet for a drug company, for example, we’d expect universal contracts, making it clear that all researchers are obliged to publish their results, and that industry sponsors – which have a huge interest in positive results – must have no control over the data. But, despite everything we know about industry-funded research being systematically biased, this does not happen. In fact, the opposite is true: it is entirely normal for researchers and academics conducting industry-funded trials to sign contracts subjecting them to gagging clauses that forbid them to publish, discuss or analyse data from their trials without the permission of the funder.

This is such a secretive and shameful situation that even trying to document it in public can be a fraught business. In 2006, a paper was published in the Journal of the American Medical Association (Jama), one of the biggest medical journals in the world, describing how common it was for researchers doing industry-funded trials to have these kinds of constraints placed on their right to publish the results. The study was conducted by the Nordic Cochrane Centre and it looked at all the trials given approval to go ahead in Copenhagen and Frederiksberg. (If you’re wondering why these two cities were chosen, it was simply a matter of practicality: the researchers applied elsewhere without success, and were specifically refused access to data in the UK.) These trials were overwhelmingly sponsored by the pharmaceutical industry (98%) and the rules governing the management of the results tell a story that walks the now familiar line between frightening and absurd.

For 16 of the 44 trials, the sponsoring company got to see the data as it accumulated, and in a further 16 it had the right to stop the trial at any time, for any reason. This means that a company can see if a trial is going against it, and can interfere as it progresses, distorting the results. Even if the study was allowed to finish, the data could still be suppressed: there were constraints on publication rights in 40 of the 44 trials, and in half of them the contracts specifically stated that the sponsor either owned the data outright (what about the patients, you might say?), or needed to approve the final publication, or both. None of these restrictions was mentioned in any of the published papers.

When the paper describing this situation was published in Jama, Lif, the Danish pharmaceutical industry association, responded by announcing, in the Journal of the Danish Medical Association, that it was «both shaken and enraged about the criticism, that could not be recognised». It demanded an investigation of the scientists, though it failed to say by whom or of what. Lif then wrote to the Danish Committee on Scientific Dishonesty, accusing the Cochrane researchers of scientific misconduct. We can’t see the letter, but the researchers say the allegations were extremely serious – they were accused of deliberately distorting the data – but vague, and without documents or evidence to back them up.

Nonetheless, the investigation went on for a year. Peter Gøtzsche, director of the Cochrane Centre, told the British Medical Journal that only Lif’s third letter, 10 months into this process, made specific allegations that could be investigated by the committee. Two months after that, the charges were dismissed. The Cochrane researchers had done nothing wrong. But before they were cleared, Lif copied the letters alleging scientific dishonesty to the hospital where four of them worked, and to the management organisation running that hospital, and sent similar letters to the Danish medical association, the ministry of health, the ministry of science and so on. Gøtzsche and his colleagues felt «intimidated and harassed» by Lif’s behaviour. Lif continued to insist that the researchers were guilty of misconduct even after the investigation was completed.

Paroxetine is a commonly used antidepressant, from the class of drugs known as selective serotonin reuptake inhibitors or SSRIs. It’s also a good example of how companies have exploited our long-standing permissiveness about missing trials, and found loopholes in our inadequate regulations on trial disclosure.

To understand why, we first need to go through a quirk of the licensing process. Drugs do not simply come on to the market for use in all medical conditions: for any specific use of any drug, in any specific disease, you need a separate marketing authorisation. So a drug might be licensed to treat ovarian cancer, for example, but not breast cancer. That doesn’t mean the drug doesn’t work in breast cancer. There might well be some evidence that it’s great for treating that disease, too, but maybe the company hasn’t gone to the trouble and expense of getting a formal marketing authorisation for that specific use. Doctors can still go ahead and prescribe it for breast cancer, if they want, because the drug is available for prescription, it probably works, and there are boxes of it sitting in pharmacies waiting to go out. In this situation, the doctor will be prescribing the drug legally, but «off-label».

Now, it turns out that the use of a drug in children is treated as a separate marketing authorisation from its use in adults. This makes sense in many cases, because children can respond to drugs in very different ways and so research needs to be done in children separately. But getting a licence for a specific use is an arduous business, requiring lots of paperwork and some specific studies. Often, this will be so expensive that companies will not bother to get a licence specifically to market a drug for use in children, because that market is usually much smaller.

So it is not unusual for a drug to be licensed for use in adults but then prescribed for children. Regulators have recognised that this is a problem, so recently they have started to offer incentives for companies to conduct more research and formally seek these licences.

When GlaxoSmithKline applied for a marketing authorisation in children for paroxetine, an extraordinary situation came to light, triggering the longest investigation in the history of UK drugs regulation. Between 1994 and 2002, GSK conducted nine trials of paroxetine in children. The first two failed to show any benefit, but the company made no attempt to inform anyone of this by changing the «drug label» that is sent to all doctors and patients. In fact, after these trials were completed, an internal company management document stated: «It would be commercially unacceptable to include a statement that efficacy had not been demonstrated, as this would undermine the profile of paroxetine.» In the year after this secret internal memo, 32,000 prescriptions were issued to children for paroxetine in the UK alone: so, while the company knew the drug didn’t work in children, it was in no hurry to tell doctors that, despite knowing that large numbers of children were taking it. More trials were conducted over the coming years – nine in total – and none showed that the drug was effective at treating depression in children.

It gets much worse than that. These children weren’t simply receiving a drug that the company knew to be ineffective for them; they were also being exposed to side-effects. This should be self-evident, since any effective treatment will have some side-effects, and doctors factor this in, alongside the benefits (which in this case were nonexistent). But nobody knew how bad these side-effects were, because the company didn’t tell doctors, or patients, or even the regulator about the worrying safety data from its trials. This was because of a loophole: you have to tell the regulator only about side-effects reported in studies looking at the specific uses for which the drug has a marketing authorisation. Because the use of paroxetine in children was «off-label», GSK had no legal obligation to tell anyone about what it had found.

People had worried for a long time that paroxetine might increase the risk of suicide, though that is quite a difficult side-effect to detect in an antidepressant. In February 2003, GSK spontaneously sent the MHRA a package of information on the risk of suicide on paroxetine, containing some analyses done in 2002 from adverse-event data in trials the company had held, going back a decade. This analysis showed that there was no increased risk of suicide. But it was misleading: although it was unclear at the time, data from trials in children had been mixed in with data from trials in adults, which had vastly greater numbers of participants. As a result, any sign of increased suicide risk among children on paroxetine had been completely diluted away.

Later in 2003, GSK had a meeting with the MHRA to discuss another issue involving paroxetine. At the end of this meeting, the GSK representatives gave out a briefing document, explaining that the company was planning to apply later that year for a specific marketing authorisation to use paroxetine in children. They mentioned, while handing out the document, that the MHRA might wish to bear in mind a safety concern the company had noted: an increased risk of suicide among children with depression who received paroxetine, compared with those on dummy placebo pills.

This was vitally important side-effect data, being presented, after an astonishing delay, casually, through an entirely inappropriate and unofficial channel. Although the data was given to completely the wrong team, the MHRA staff present at this meeting had the wit to spot that this was an important new problem. A flurry of activity followed: analyses were done, and within one month a letter was sent to all doctors advising them not to prescribe paroxetine to patients under the age of 18.

How is it possible that our systems for getting data from companies are so poor, they can simply withhold vitally important information showing that a drug is not only ineffective, but actively dangerous? Because the regulations contain ridiculous loopholes, and it’s dismal to see how GSK cheerfully exploited them: when the investigation was published in 2008, it concluded that what the company had done – withholding important data about safety and effectiveness that doctors and patients clearly needed to see – was plainly unethical, and put children around the world at risk; but our laws are so weak that GSK could not be charged with any crime.

After this episode, the MHRA and EU changed some of their regulations, though not adequately. They created an obligation for companies to hand over safety data for uses of a drug outside its marketing authorisation; but ridiculously, for example, trials conducted outside the EU were still exempt. Some of the trials GSK conducted were published in part, but that is obviously not enough: we already know that if we see only a biased sample of the data, we are misled. But we also need all the data for the more simple reason that we need lots of data: safety signals are often weak, subtle and difficult to detect. In the case of paroxetine, the dangers became apparent only when the adverse events from all of the trials were pooled and analysed together.

That leads us to the second obvious flaw in the current system: the results of these trials are given in secret to the regulator, which then sits and quietly makes a decision. This is the opposite of science, which is reliable only because everyone shows their working, explains how they know that something is effective or safe, shares their methods and results, and allows others to decide if they agree with the way in which the data was processed and analysed. Yet for the safety and efficacy of drugs, we allow it to happen behind closed doors, because drug companies have decided that they want to share their trial results discretely with the regulators. So the most important job in evidence-based medicine is carried out alone and in secret. And regulators are not infallible, as we shall see.

Rosiglitazone was first marketed in 1999. In that first year, Dr John Buse from the University of North Carolina discussed an increased risk of heart problems at a pair of academic meetings. The drug’s manufacturer, GSK, made direct contact in an attempt to silence him, then moved on to his head of department. Buse felt pressured to sign various legal documents. To cut a long story short, after wading through documents for several months, in 2007 the US Senate committee on finance released a report describing the treatment of Buse as «intimidation».

But we are more concerned with the safety and efficacy data. In 2003 the Uppsala drug monitoring group of the World Health Organisation contacted GSK about an unusually large number of spontaneous reports associating rosiglitazone with heart problems. GSK conducted two internal meta-analyses of its own data on this, in 2005 and 2006. These showed that the risk was real, but although both GSK and the FDA had these results, neither made any public statement about them, and they were not published until 2008.

During this delay, vast numbers of patients were exposed to the drug, but doctors and patients learned about this serious problem only in 2007, when cardiologist Professor Steve Nissen and colleagues published a landmark meta-analysis. This showed a 43% increase in the risk of heart problems in patients on rosiglitazone. Since people with diabetes are already at increased risk of heart problems, and the whole point of treating diabetes is to reduce this risk, that finding was big potatoes. Nissen’s findings were confirmed in later work, and in 2010 the drug was either taken off the market or restricted, all around the world.

Now, my argument is not that this drug should have been banned sooner because, as perverse as it sounds, doctors do often need inferior drugs for use as a last resort. For example, a patient may develop idiosyncratic side-effects on the most effective pills and be unable to take them any longer. Once this has happened, it may be worth trying a less effective drug if it is at least better than nothing.

The concern is that these discussions happened with the data locked behind closed doors, visible only to regulators. In fact, Nissen’s analysis could only be done at all because of a very unusual court judgment. In 2004, when GSK was caught out withholding data showing evidence of serious side-effects from paroxetine in children, their bad behaviour resulted in a US court case over allegations of fraud, the settlement of which, alongside a significant payout, required GSK to commit to posting clinical trial results on a public website.

Nissen used the rosiglitazone data, when it became available, and found worrying signs of harm, which they then published to doctors – something the regulators had never done, despite having the information years earlier. If this information had all been freely available from the start, regulators might have felt a little more anxious about their decisions but, crucially, doctors and patients could have disagreed with them and made informed choices. This is why we need wider access to all trial reports, for all medicines.

Missing data poisons the well for everybody. If proper trials are never done, if trials with negative results are withheld, then we simply cannot know the true effects of the treatments we use. Evidence in medicine is not an abstract academic preoccupation. When we are fed bad data, we make the wrong decisions, inflicting unnecessary pain and suffering, and death, on people just like us.
The guardian, Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012 (The drugs don’t work: a modern medical scandal) 

Η μετοχή «τέρας»

Αιφνιδιάστηκαν οι τραπεζικοί κύκλοι και έμεινε άφωνη η κοινή γνώμη από
την αποκάλυψη της zougla.gr για την πραγματική αξία της μετοχής της
«Τράπεζας της Ανατολής».

Το ρεπορτάζ αναφερόταν με λεπτομέρειες στο ιστορικό της ίδρυσης της τράπεζας, της μετέπειτα συγχώνευσης της με την «Εθνική».

Παράλληλα
εξηγούσε με ακρίβεια το οδοιπορικό της απορρόφησης της τράπεζας
εστιάζοντας στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι ποτέ δεν υπήρξε ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ
όπως προέβλεπε (και προβλέπει άλλωστε) η νομοθεσία.

Αυτά ως προς την ιστορία διότι η πραγματική αποκάλυψη, η οποία και
συνταράσσει αφορά την πραγματική αξία μιας εκάστης των μετοχών της
«Τράπεζας της Ανατολής».

Με αναγωγή στα σημερινά δεδομένα και με αποτίμηση στην οποία προέβη ο
καθηγητής του Πανεπιστημίου του Maryland κ. Θεόδωρος Καρυώτης, η
σημερινής αξία μιας μετοχής με εγγύηση σε χρυσό της Τραπέζης της
Γαλλίας, ανέρχεται στα 670. δισ. ευρώ.

Η αποκάλυψη έκανε πάταγο. Τα εμπλεκόμενα τραπεζικά ιδρύματα και η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών δεν

Banque de France

προέβησαν ούτε σε σχόλιο ούτε απάντησαν στα ερωτήματα που θέτει το ρεπορτάζ.

Τα ερωτήματα αυτά είναι αμείλικτα από την στιγμή που ο δικαιούχος,
Αρτέμης Σώρρας, έχει δωρίσει 4 από τις μετοχές που διαθέτει στη μη
κερδοσκοπική εταιρεία «END» με έδρα την Αθήνα.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η δωρεά ο κ. Σώρρας κατέθεσε το αποδεικτικό
της στην 3η ΔOΥ Πατρών προκειμένου το κράτος να εισπράξει τον
αναλογούντα φόρο. Η Εφορία παρέπεμψε το θέμα στο Υπουργείο Οικονομικών,
όπου και εκκρεμεί (;).

Η δωρεά αυτή κατά τον δωρητή έχει σαν σκοπό να χρησιμοποιηθεί
προκειμένου να συνδιαλλαγούν οι δανειστές της χώρας με την Κυβέρνηση με
αντικείμενο την παραγραφή του εξωτερικού χρέους που κατά εκτιμήσεις
ανέρχεται σε 300 δις ευρώ ενώ για ορισμένους άλλους κύκλους υπερβαίνει
τα 400 δις.

Η zougla.gr
ήλθε σε επαφή με τραπεζικούς παράγοντες. Είναι ενδεικτικό ότι
αγνοούσαν το ιστορικό, ακόμη και την ύπαρξη της «Τράπεζας της Ανατολής».
Απέφυγαν να σχολιάσουν το γεγονός ότι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ η
εκκαθάριση από την συγχώνευση της Τράπεζας το 1932 με την «Εθνική». Δεν
σχολίασαν ούτε και αντίκρουσαν τον ισχυρισμούς ότι η αξία κάθε μετοχής
αγγίζει αυτό το τεράστιο ποσό. Με λίγα λόγια «δεν άγγιξαν το ζήτημα».

Η υπόθεση προσλαμβάνει και ευρύτερα διάσταση από την στιγμή που ο
πρόεδρος της μη κερδοσκοπικής εταιρείας «END» κ. Εμμανουήλ Λαμπράκης
δημοσιοποίησε από τα ερτζιανά του zougla radio την εξής λεπτομέρεια. O
καθηγητής κ. Καρυώτης ενημέρωσε προσωπικά τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο, με
τον οποίο διατηρεί μακρά πολιτική φιλία και του παρέδωσε φάκελο με όλα
τα στοιχεία.

Παράλληλα από το αρχείο της εταιρείας προκύπτει πως έχει αποσταλεί
επιστολή προς τον κ. Πρωθυπουργό και τον Αρχηγό της Αξιωματικής
Αντιπολίτευσης με όλα τα επίμαχα στοιχεία επίσης. Δεν νοείται λοιπόν
επίκληση αγνοίας εκ μέρους του πολιτικού συστήματος εξουσίας.

Το ιστορικό

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το 1904, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
ιδρύει την «Τράπεζα της Ανατολής», γνωστότερης ίσως ως «Banque d’
Orient». Η τράπεζα αυτή στη συνέχεια αναπτύσσεται σε τρεις κυρίως
περιοχές. Την Θεσσαλονίκη, την Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια. Το 1932 η
«Τράπεζα της Ανατολής» εξαγοράζεται και συγχωνεύεται με την μητρική της
Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Κατά τον ισχύοντα νόμο επιβάλλεται να διενεργηθεί εκκαθάριση. Τρεις
εκκαθαριστές αναλαμβάνουν την υπόθεση κατόπιν αποφάσεως της Γενικής
Συνελεύσεως της «Τράπεζας της Ανατολής». Η εκκαθάριση δεν ολοκληρώνεται
ποτέ. Κατά τους ισχύοντες νόμους και κατόπιν παρελεύσεως πολλών ετών, η
Εθνικής Τράπεζα ισχυρίζεται πώς η αξία των μετοχών της Τράπεζας της
Ανατολής έχει εκμηδενιστεί. Πιθανώς να έχει και δίκιο ως προς τις
μετοχές αν και εφόσον αυτές ήταν σε δραχμές, βοηθούσης και της τότε
πτωχεύσεως του ελληνικού κράτους.

Όμως οι μετοχές αυτές στις οποίες αναφερόμεθα ήταν σε… χρυσό. Η αναφορά
είναι σαφής και εγγυητής κάθε τέτοιας μετοχής ήταν και… είναι η Τράπεζα
Γαλλίας.

Τον Απρίλιο του 2010 οι δικαιούχοι είχαν έλθει σε επαφή με την Τράπεζα
της Ελλάδος. Ο Διοικητής της κ. Προβόπουλος είναι απόλυτα ενήμερος γι’
αυτό. Μετά από συζητήσεις η Κεντρική Τράπεζα πρότεινε συμβιβασμό
(συμφωνία) ύψους 1,5 δισ. ευρώ για 10 μετοχές της «Τράπεζας της
Ανατολής».

Οι δικαιούχοι αιφνιδιάστηκαν όταν άκουσαν τους νομικούς συμβούλους να
προτείνουν μία «παράξενη διαδρομή» ώστε να καταβληθεί το 1,5 δισ. μέσω
μία βρετανικής εταιρείας. Είχε πλέον καταστεί σαφές πώς οι δύο τράπεζες,
η Κεντρική και η Εθνικής ήθελαν πάση θυσία να αποφύγουν την ευθεία
εμπλοκή τους σε μία τραπεζική πράξη ώστε να μην υφίσταται κίνδυνος να
εκτεθούν απέναντι σε άλλους ενδιαφερόμενους για την ίδια υπόθεση.

Οι δικαιούχοι αρνήθηκαν να υιοθετήσουν αυτήν την «παράξενη διαδρομή».
Στράφηκαν αλλού και ίδρυσαν μία μη κερδοσκοπική εταιρεία, την «END», με
έδρα την Ελλάδα στην οποία πρόεδρος είναι ο γνωστός καρδιολόγος στη Νέα
Υόρκη Εμμανουήλ Λαμπράκης και αντιπρόεδρος ο καθηγητής Θεόδωρος
Καρυώτης.

Η οικογένεια Σώρρα προχωρεί και σε ένα ακόμη βήμα. Δωρίζει 4 μετοχές
στην «END» και καταθέτει την δήλωση φόρου δωρεάς στην Γ’ Δ.Ο.Υ. Πατρών. Ο
στόχος είναι σαφής. Το ελληνικό κράτος υποχρεούται να εκδώσει διπλότυπο
είσπραξης του ανάλογου φόρου δωρεάς που για τις Μ.Κ.Ο. είναι της τάξης
του 0,5% και να εισπράξει φόρο της τάξης των 13,5 δισ.. Η Εφορία
παραπέμπει το θέμα στο υπ. Οικονομικών.
Ζούγκλα, Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011 (Η μετοχή «τέρας») 

H καλύτερη οικονομοτεχνική ανάλυση που έγινε ποτέ για την Ελλάδα από τον Δ. Καζάκη

«Παραδικαστικό 2-Κύκλωμα ακινήτων» με μπαράζ ποινικών διώξεων

Γνωστοί δικαστές, δικηγόροι, ένας ιερέας, ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι. Το πόρισμα του εισαγγελέα Εφετών Ισίδωρου Ντογιάκου περιλαμβάνει ένα μπαράζ ποινικών διώξεων για κακουργήματα σε πάνω από 20 άτομα.

Η υπόθεση αποκαλείται στους διαδρόμους της οδού Ευελπίδων ως «παραδικαστικό 2-κύκλωμα ακινήτων». Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτά, σύμφωνα πάντα με το πόρισμα του κ. Ντογιάκου, φέρονται να είχαν μία εφέτης, ένας πρόεδρος εφετών ένας εισαγγελέας πρωτοδικών, ένας αρχιμανδρίτης, δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές εφοριακοί, τραπεζικοί υπάλληλοι, αστυνομικοί, ενώ εικάζεται η εμπλοκή πασίγνωστου επιχειρηματία ο οποίος είχε κληθεί ως ύποπτος για τέλεση αδικήματος στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης.

Οι κατηγορίες που τους αποδίδονται μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν: κατάχρηση εξουσίας, απάτη, ενεργητική και παθητική δωροδοκία, ψευδής βεβαίωση, εγκληματική οργάνωση, ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Αρκετοί, κατηγορούνται επίσης και για ηθική αυτουργία και συνέργεια στα παραπάνω αδικήματα. Στον πολιτικό μηχανικό, τον ιερωμένο και το δικηγόρο απαγορεύτηκε επίσης με διάταξη του εισαγγελέα και η έξοδος από τη χώρα.

Η δράση του κυκλώματος αποκαλύφθηκε πριν από περίπου 2 χρόνια, μετά από μηνύσεις τραπεζών και καταγραφές τηλεφωνικών συνομιλιών που πραγματοποίησε η ΕΥΠ οι οποίες ξεπερνούν τις 92.000. Τα μέλη του κυκλώματος φέρονται να συνέστησαν πάνω από 150 εικονικές εταιρείες για υποτιθέμενη αξιοποίηση ακινήτων, με τις οποίες παραπλανούσαν εκατοντάδες ιδιώτες. Με τον τρόπο αυτό κατάφερναν να τους αποσπάσουν σπίτια και οικόπεδα με την υπόσχεση ότι θα μεσολαβούσαν σε πλειστηριασμούς τραπεζών για να γλιτώσουν τις κατασχέσεις τους.