The time-bomb at the heart of Europe

THE threat of the euro’s collapse has abated for the moment, but
putting the single currency right will involve years of pain. The
pressure for reform and budget cuts is fiercest in Greece, Portugal,
Spain and Italy, which all saw mass strikes and clashes with police this
week (see article). But ahead looms a bigger problem that could dwarf any of these: France.

The country has always been at the heart of the euro, as of the
European Union. President François Mitterrand argued for the single
currency because he hoped to bolster French influence in an EU that
would otherwise fall under the sway of a unified Germany. France has
gained from the euro: it is borrowing at record low rates and has
avoided the troubles of the Mediterranean. Yet even before May, when
François Hollande became the country’s first Socialist president since
Mitterrand, France had ceded leadership in the euro crisis to Germany.
And now its economy looks increasingly vulnerable as well.

In this section

As our special report
in this issue explains, France still has many strengths, but its
weaknesses have been laid bare by the euro crisis. For years it has been
losing competitiveness to Germany and the trend has accelerated as the
Germans have cut costs and pushed through big reforms. Without the
option of currency devaluation, France has resorted to public spending
and debt. Even as other EU countries have curbed the reach of the state,
it has grown in France to consume almost 57% of GDP, the highest share
in the euro zone. Because of the failure to balance a single budget
since 1981, public debt has risen from 22% of GDP then to over 90% now.

The business climate in France has also worsened. French firms are
burdened by overly rigid labour- and product-market regulation,
exceptionally high taxes and the euro zone’s heaviest social charges on
payrolls. Not surprisingly, new companies are rare. France has fewer
small and medium-sized enterprises, today’s engines of job growth, than
Germany, Italy or Britain. The economy is stagnant, may tip into
recession this quarter and will barely grow next year. Over 10% of the
workforce, and over 25% of the young, are jobless. The external
current-account deficit has swung from a small surplus in 1999 into one
of the euro zone’s biggest deficits. In short, too many of France’s
firms are uncompetitive and the country’s bloated government is living
beyond its means.

Hollande at bay

With enough boldness and grit, Mr Hollande could now reform France.
His party holds power in the legislature and in almost all the regions.
The left should be better able than the right to persuade the unions to
accept change. Mr Hollande has acknowledged that France lacks
competitiveness. And, encouragingly, he has recently promised to
implement many of the changes recommended in a new report by Louis
Gallois, a businessman, including reducing the burden of social charges
on companies. The president wants to make the labour market more
flexible. This week he even talked of the excessive size of the state,
promising to “do better, while spending less”.

Yet set against the gravity of France’s economic problems, Mr
Hollande still seems half-hearted. Why should business believe him when
he has already pushed through a string of leftish measures, including a
75% top income-tax rate, increased taxes on companies, wealth, capital
gains and dividends, a higher minimum wage and a partial rollback of a
previously accepted rise in the pension age? No wonder so many would-be
entrepreneurs are talking of leaving the country.

Explore our interactive guide to Europe’s troubled economies

European governments that have undertaken big reforms have done so
because there was a deep sense of crisis, because voters believed there
was no alternative and because political leaders had the conviction that
change was unavoidable. None of this describes Mr Hollande or France.
During the election campaign, Mr Hollande barely mentioned the need for
business-friendly reform, focusing instead on ending austerity. His
Socialist Party remains unmodernised and hostile to capitalism: since he
began to warn about France’s competitiveness, his approval rating has
plunged. Worse, France is aiming at a moving target. All euro-zone
countries are making structural reforms, and mostly faster and more
extensively than France is doing (see article). The IMF recently warned that France risks being left behind by Italy and Spain.

At stake is not just the future of France, but that of the euro. Mr
Hollande has correctly badgered Angela Merkel for pushing austerity too
hard. But he has hidden behind his napkin when it comes to the political
integration needed to solve the euro crisis. There has to be greater
European-level control over national economic policies. France has
reluctantly ratified the recent fiscal compact, which gives Brussels
extra budgetary powers. But neither the elite nor the voters are yet
prepared to transfer more sovereignty, just as they are unprepared for
deep structural reforms. While most countries discuss how much
sovereignty they will have to give up, France is resolutely avoiding any
debate on the future of Europe. Mr Hollande was badly burned in 2005
when voters rejected the EU constitutional treaty after his party split
down the middle. A repeat of that would pitch the single currency into
chaos.

Too big not to succeed?

Our most recent special report
on a big European country (in June 2011) focused on Italy’s failure to
reform under Silvio Berlusconi; by the end of the year he was out—and
change had begun. So far investors have been indulgent of France;
indeed, long-term interest rates have fallen a bit. But sooner or later
the centime will drop. You cannot defy economics for long.

Unless Mr Hollande shows that he is genuinely committed to changing
the path his country has been on for the past 30 years, France will lose
the faith of investors—and of Germany. As several euro-zone countries
have found, sentiment in the markets can shift quickly. The crisis could
hit as early as next year. Previous European currency upheavals have
often started elsewhere only to finish by engulfing France—and this
time, too, France rather than Italy or Spain could be where the euro’s
fate is decided. Mr Hollande does not have long to defuse the time-bomb
at the heart of Europe.
Economist, Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012 (The time-bomb at the heart of Europe) 

ΠΙΝΑΚΑΣ Παγκόσμιο φαινόμενο! Έχουμε λιγότερους νοσηλευτές και από ιατρούς. Μόνο 3.9 νοσηλευτές ανα 1000 κατοίκους, αλλά 70% παραπάνω αστυνομικούς.απο μ.ο ΕΕ.

Σύμφωνα
με πίνακα που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο των εργαζομένων στο Σισμανόγλειο, η
Ελλάδα έχει λιγότερους νοσηλευτές και απο ιατρούς, κάτι που σύμφωνα με τον πίνακα
από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, δεν συμβαίνει σε καμία άλλη χώρα του
κόσμου.

Με
βάση τον Πίνακα, η
Ελλάδα έχει 3.9 νοσηλευτές για 1000 άτομα, ενώ ενδεικτικά η Γαλλία 7.24,
Γερμανία 9.72, Εσθονία 8.5, Ιρλανδία 15.2, Ιταλία 5.44, Λθουανία 7.6, Πολωνία
4.9, Ολλανδία 13.73, Νορβηγία 14,84.
Με
τον δείκτη 3.9/1000 άτομα, είμαστε ουσιαστικά στην ίδια κατάταξη, με χώρες τις ΕΕ,
όπως Βουλγαρία 3.75, Κύπρος 3.76, Ρουμανία 3.89.
Δεν είναι μόνο ότι έχουμε ελάχιστους νοσηλευτές, αλλά και
αυτοί έχουν δεχθεί περικοπές γύρω στο 40% των αποδοχών τους και με εξαντλητικά
ωράρια.
Ουσιαστικά εργάζονται με απάνθρωπες αλλεπάλληλες βάρδιες:
Απογευματινή 3μ.μ.-11μ.μ, Πρωινή 7π.μ.-3μ.μ., Νυχτερινή 11μ.μ.-7π.μ.. Και φυσικά
χωρίς το νομικά κατοχυρωμένο 12ωρο ανάπαυσης

Τον Φεβρουάριο 2013, το Δίκτυο FRANCE 24 είχε μεταδώσει ένα εκτεταμένο
ρεπορτάζ από τα ελληνικά νοσοκομεία, κάνοντας λόγο για διαλυμένο Σύστημα Υγείας, για τις φαρμακευτικές & για γιατρούς και νοσηλευτές που αγωνίζονται.

 

70% περισσότεροι
αστυνομικοί από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Βέβαια το Κράτος έχει ρίξει ο βάρος αλλού.
Στην Ελλάδα έχουμε τούς περισσότερους αστυνομικούς σε
αναλογία πληθυσμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα έχουμε 5 αστυνομικούς ανά
1000 κατοίκους με τον  μ.ο. στην ΕΕ να
κυμαίνεται στο 2,9.
Ουσιαστικά μιλάμε για 70% επάνω, με στοιχεία 2010, πριν
προσληφθούν δηλαδή και οι νεοι Δελτα-Δίας!
Το θέμα το έθιξαν οι ίδιοι οι αστυνομικοί καθώς είναι πανευρωπαϊκό
ρεκόρ το ένας αστυνομικός ανά 200 πολίτες
 

 
Τέλος για να μην βγει κανένα νεοφιλελεύθερο παπαγαλάκι και διαβάσει
τον Πίνακα κατά το δοκούν, αναρτούμε και ένα άρθρο του Σπυρίδωνα Πολίτη Ειδικού Παθολόγου-Διαβητολόγου στο iatropedia σχετικά με το αν έχουμε πολλούς ή λίγους ιατρούς στην Ελλάδα.
Πάντως νοσηλευτές δεν έχουμε ούτε για δείγμα!

Lefteria, Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013 (ΠΙΝΑΚΑΣ Παγκόσμιο φαινόμενο! Έχουμε λιγότερους νοσηλευτές και από ιατρούς. Μόνο 3.9 νοσηλευτές ανα 1000 κατοίκους, αλλά 70% παραπάνω αστυνομικούς.απο μ.ο ΕΕ.) 

Τελικά έχουμε πολλούς ή λίγους γιατρούς στην Ελλάδα;

Την ώρα που η τρόικα ζητά μετ΄επιτάσεως απολύσεις γιατρών από
τον  ΕΟΠΥΥ δεν είναι λίγοι εκείνοι που προβάλλουν το επιχείρημα πως η
Ελλάδα έχει διπλάσιο αριθμό ιατρών αναλογικά με τον πληθυσμό της.

Μάλιστα δεν χάνουν ευκαιρία το επιχείρημα αυτό να το
υπενθυμίζουν κάθε φορά που επίκεινται αλλαγές  στον ευαίσθητο χώρο της
υγείας.

Τελικά όμως τι ισχύει.Τι λένε οι ειδικοί;

Tον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα τώρα που βρίσκονται προ των πυλών οι
αλλαγές στο δημόσιο σύστημα υγείας και στην Πρωτοβάθμια Περίθαλψη Υγείας
(ΠΦΥ), ακούγεται απ’ τα χείλη στελεχών του υπουργείου και κάποιων
ειδικών της οικονομίας της υγείας πως η Ελλάδα έχει διπλάσιο αριθμό
ιατρών, κι ότι αυτός ο υπερπληθωρισμός είναι ένας βασικός παράγοντας
αδυναμίας μείωσης των δαπανών υγείας.
 
Ένας απλός αναγνώστης, γιατρός ή μη, πολλές φορές αδυνατεί, για άλλη
μια φορά, να φιλτράρει τις πληροφορίες και τα στοιχειά που παραθέτονται
από διάφορες πλευρές.
Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσω να αναλύσω λίγο το θέμα, να φιλτράρω
τις πηγές και να θέσω μερικά ερωτήματα, προσπαθώντας να δώσω και κάποιες
απαντήσεις και περαιτέρω τροφή για σκέψη.
 
Το πρώτο ερώτημα που έρχεται σε κάποιον που διαβάζει τις διάφορες δηλώσεις είναι: πόσους ιατρούς έχουμε τελικά στην Ελλάδα;
 
Το ερώτημα μπορεί να ακούγεται αστείο αφού δεν θα έπρεπε να υπάρχει
ιδιαίτερος προβληματισμός επ’ αυτού. Πέντε πάνω πέντε κάτω, δεν θα
έπρεπε να επηρεάζουν τις όποιες αποφάσεις. Όμως άλλοτε ακούγεται και
γράφεται ότι είναι 60000, άλλες φορές γίνονται 65000, κι άλλες 70-72000!
Η απόκλιση απ τους 60000 ως τους 72000 είναι εμφανές ότι είναι πολύ
μεγάλη, γύρω στο 16%.
 
 
Η λύση του προβλήματος πιθανότατα οφείλεται στο τρόπο μέτρησης. Ο ΟΟΣΑ
(OECD) που θεωρητικά παίρνει τα στοιχεία απ την ΕΛΣΤΑΤ, στην τελευταία
του ετησία ανάλυση (Health at a glance 2012) μιλά για 64-65000 ιατρούς
στην Ελλάδα (6,1 ιατρούς ανά 1000 κατοίκους).
 
Επισημαίνει μάλιστα ότι στην Ελλάδα, όπως και σε κάποια άλλα κράτη,
αυτός ο αριθμός δεν εμπεριέχει μόνο τον ενεργό αριθμό ιατρών, αλλά κι
εκείνων των ιατρών που καταλαμβάνουν κι άλλες θέσεις χωρίς να ασκούν
ιατρική (πχ ακαδημαϊκές, δημόσιας υγείας).
 
Αντίθετα οι περισσότερες χώρες στον αριθμό ιατρών προσμετρούν μόνο τον
ενεργό αριθμό ιατρών που ασκούν ιατρική. Το τελευταίο μπορεί να φαίνεται
ασήμαντο, αλλά ο ίδιος ο ΟΟΣΑ αναφέρει ‘Practising physicians are
defined as doctors who are providing care directly to patients. In some
countries, the numbers also include doctors working in administration,
management, academic and research positions  (“professionally  active”
 physicians),  adding another 5-10% of doctors. Portugal reports all
physicians entitled to practice, resulting in an even greater
overestimation.’
 
Από που προκύπτουν οι υπόλοιποι; Πιθανόν απ τους οδοντιάτρους. Ο ΟΟΣΑ
στις μελέτες του κρατεί ξεχωριστά τις δυο κατηγορίες, και τις αναλύει
στατιστικά διαφορετικά θεωρώντας τα 2 διαφορετικά επαγγέλματα (αφού η
εκπαίδευση κι ο τίτλος αποκτάται μέσω διαφορετικού πτυχίου).
Και γι αυτό δημοσιεύει διαφορετικό μέσο όρο ιατρών ανά 1000 κατοίκους και διαφορετικό μέσο όρο οδοντιάτρων ανά 1000 κατοίκους.
 
Το γιατί στην Ελλάδα μετράμε αυτά τα μεγέθη διαφορετικά και κατά το
δοκούν μάλλον είναι άλλο ερώτημα που δεν είναι σκοπός μου να το απαντήσω
μέσα απ αυτό το κείμενο.
 
Το επόμενο ερώτημα που ίσως έρχεται σε κάποιου το μυαλό είναι το εξής: όταν λέμε ότι έχουμε διπλάσιους ιατρούς στην Ελλάδα, τι εννοούμε; Έχουμε
διπλάσιους ιατρούς απ όσους χρειαζόμαστε ως χώρα? Έχουμε διπλάσιους
ιατρούς απ τον ιδανικό αριθμό ιατρών ανά 1000 κατοίκους? Διπλάσιους ως
προς τι τέλος πάντων?
 
Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι πολύ πιο πολύπλοκη και διφορούμενη απ το προηγούμενο ερώτημα.
 
Η πρώτη επιμέρους απάντηση, η πιο απλή απ όλες, είναι ότι όταν μιλούν
για διπλάσιο αριθμό ιατρών το μέτρο σύγκρισης είναι οι υπόλοιπες χώρες
του ΟΟΣΑ. Είναι δηλαδή ένας απλός αριθμητικός μέσος όρος των χωρών που
συμμετέχουν στις μελέτες του ΟΟΣΑ και που αυτή την στιγμή είναι περίπου
3,4 ιατροί ανά 1000 κατοίκους (με στοιχεία που έδωσαν οι χώρες ως το
2010, βάσει του health at a glance 2012).
 
Το ‘αυτή την στιγμή’ είναι πολύ σημαντικό καθώς, μόλις πριν 4 χρόνια,
στην ανάλυση του ο ΟΟΣΑ έδινε αυτό τον μέσο όρο στους 3,1 ιατρούς ανά
1000 κατοίκους (με την Ελλάδα να έχει 5,4 ιατρούς ανά 1000 κατοίκους, με
στοιχεία αναφοράς ως το 2007). Απ αυτούς τους αριθμούς είναι σαφές πως
δεν μιλάμε για έναν ιδανικό μέσο όρο ιατρών ανά 1000 κατοίκους, αλλά από
έναν δυναμικό μέσο όρο που αλλάζει, και μάλιστα γοργά, με τα χρόνια.
 
Ποιος είναι λοιπόν ο ιδανικός αριθμός ιατρών ανά 1000 κατοίκους? Αυτή η
πολύ απλή ερώτηση έχει και την πιο πολύπλοκη απάντηση. Ο αριθμός των
ιατρών που χρειάζονται σε μια κοινωνία εξαρτάται από πολλούς επιμέρους
παράγοντες, μερικοί των όποιων είναι η ηλικία του πληθυσμού, οι νόσοι
που ενδιαφέρουν τον συγκεκριμένο πληθυσμό και φυσικά την γεωγραφία μιας
χώρας, κυρίως επειδή η σωστή κάλυψη του πληθυσμού εξαρτάται κι απ τον
αναγκαίο χρόνο πρόσβασης στον ιατρό ή στις μονάδες υγείας. Είναι λογικό
επόμενο ο αριθμός των ιατρών της επίπεδης Ολλανδίας  σε  μια χώρα όπως η
μεσογειακή Πολυνησία που είναι η Ελλάδα να μην μπορεί να καλύψει όλο
τον γεωγραφικό χώρο της τελευταίας. Όπως το ότι στην Βρετάνια σε κάθε
οικογενειακό ιατρό αναλογούν 1700 ασθενείς, δεν αναιρεί την ανάγκη σε
μια δύσκολα προσβάσιμη περιοχή, όπως είναι κάποια ελληνικά νησιά ή
βουνά, να υπάρχει ένας ιατρός έστω και για τους 1000 κατοίκους που
επιμένουν να την κατοικούν.
 
Με αλλά λόγια, μια απόλυτη αδιαμφισβήτητη επιστημονικά τεκμηριωμένη
απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι ο ιδανικός αριθμός ιατρών ανά 1000
κατοίκους για μια χώρα», δεν υπάρχει. Υπάρχουν επιμέρους μελέτες για
συγκεκριμένες χώρες ή ακόμη και περιοχές ή μητροπολιτικές ενότητες, αλλά
φυσικά λαμβάνουν υπόψη τους τις διάφορες παραμέτρους που αναφέραμε
παραπάνω. Ένας υγειονομικός χάρτης θα βοηθούσε να καταλάβουμε καλύτερα
τις ανάγκες τις χώρας, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει ολοκληρωθεί.
 
Το ότι δεν υπάρχει απόλυτος αριθμός αποδεικνύεται άλλωστε κι από άλλο
ένα γεγονός. Όπως έγραψα παραπάνω, ο μέσος όρος ιατρών ανά 1000
κατοίκους στις χώρες του ΟΟΣΑ πέρασε απ το 3,1 του 2009 (τα οποία
στοιχεία όμως αναφέρονται στο 2007 όπως είπαμε) στο 3.4% του 2012. Η
Γερμάνια, χώρα που παίρνουμε ως πρότυπο τα τελευταία 3 χρόνια, είχε στην
έκθεση του ΟΟΣΑ του 2009 3,5 ιατρούς ανά 1000 κατοίκους. Θα περίμενε
λοιπόν κάνεις να σταματήσει να παράγει ιατρούς, κι ακόμη περισσότερο να
εισάγει ιατρούς όπως κάνει ιδιαίτερα τα τελευταία 2 χρόνια.
Αντίθετα στην έκθεση του ΟΟΣΑ του 2012 εμφανίζεται με 3,7 ιατρούς ανά
1000 κατοίκους, και παρότι συνεχίζει να βρίσκεται πάνω απ τον μέσο όρο
των χωρών του ΟΟΣΑ συνεχίζει να εισάγει νέους ιατρούς! Το ίδιο ‘παράλογο
φαινόμενο’ εμφανίζουν κι οι περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες που
βρίσκονται πάνω απ τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, μεταξύ των όποιων η Αυστρία
(από 3,8 στο 4,8), η Σουηδία, η Δανία, αλλά και η Ισπανία, Πορτογαλία,
Νορβηγία, Ελβετία (όπως φυσικά αύξηση είχαν κι χώρες κάτω απ τον μέσο
όρο των χωρών ΟΟΣΑ).
Η ίδιες εκθέσεις του ΟΟΣΑ διαχρονικά συνεχίζουν να προβληματίζονται για
τον απαιτούμενο αριθμό ιατρών τονίζοντας μεταξύ άλλων ‘Forecasting the
future supply and demand of doctors is difficult, because of
uncertainties concerning overall economic growth, changes in physician
productivity, advances in medical technologies, and the changing roles
of physicians versus other care providers……’ (2009) και ‘A number of
countries are also considering the development of new roles for other
health care providers, such as advanced practice nurses, to respond to
growing demands for primary care’ (2012).
 
Έτσι κάποιες χώρες για να καλύψουν κάποιες ελλείψεις και κενά στην
πρόσβαση πρωτοβάθμιας περίθαλψης και να αποφορτίσουν την εργασία του
ιατρού είτε δημιουργούν νέες ειδικότητες σπουδών, όπως ο ‘βοηθός ιατρού’
στην Γερμάνια (που θυμίζω έχει περισσότερους ιατρούς απ τον μέσο όρο
του ΟΟΣΑ) είτε επιτρέπουν κάποιες ιατρικές πράξεις σε άλλες ήδη
υπάρχουσες ειδικότητες όπως τους νοσηλευτές, κυρίως στα αγγλοσαξονικά
κράτη και συνήθως μετά από διετή ή τριετή επιπλέον εκπαίδευση, ή και
τους φαρμακοποιούς (στις χώρες όπου εφαρμόζονται αυτές οι λύσεις έχουν
μεγαλύτερο αριθμό νοσηλευτών ή και φαρμακοποιών εν συγκρίσει με αυτόν
των ιατρών, κι αντίθετα με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα).
 
Τα στοιχεία του 2015 θα είναι πολύ ενδιαφέροντα για την Ελλάδα, καθώς
θα αναφέρονται και στο πόσοι ιατροί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε
προορισμούς που συνεχίζουν να ζητούν ιατρούς (θυμίζω πως το 2015 θα
έχουμε τα επεξεργασμένα στοιχεία του 2013).
 
Ένα τελευταίο ερώτημα είναι αν ευσταθεί ο ισχυρισμός που ακούγεται πολύ
συχνά, πως ο μεγάλος αριθμός ιατρών αυξάνει τις δαπάνες υγείας γιατί
παράγει προκλητή ζήτηση υπηρεσιών  Αυτό το παλιό δόγμα, που είχε και
έχει τους οπαδούς του, χάνει τα τελευταία χρόνια έδαφος. Και φυσικά
χάνει έδαφος απλά γιατί οι αριθμοί λένε αλλά.
Για να μην μακρηγορήσω με επιμέρους αριθμούς παραθέτω ένα απλό κι
ερασιτεχνικό δικό μου διάγραμμα, που στηρίζεται φυσικά στα στοιχεία της
τελευταίας έκθεσης του ΟΟΣΑ.
 
 
 
 
Όπως φαίνεται απ το διάγραμμα, υπάρχει διασπορά στις τιμές, κάτι που
λέει πως ο αριθμός ιατρών σε μια χώρα δεν είναι ευθέως ανάλογος με τις
δαπάνες υγείας. Έτσι η Γαλλία που έχει μόνο 3,3 ιατρούς ανά 1000
κατοίκους ξοδεύει 11,6% του ΑΕΠ σε δαπάνες υγείας. Ακόμη χειρότερα η
Ολλανδία με 2,9 ιατρούς ανά 1000 κατοίκους ξοδεύει 12% του ΑΕΠ σε
δαπάνες υγείας, όταν η Ιταλία με 3,7 ιατρούς ανά 1000 κατοίκους ξοδεύει
μόνο 9,3% του ΑΕΠ σε δαπάνες υγείας. Το ίδιο κι Σουηδία που παρόλο που
έχει 3,8 ιατρούς ανά 1000 κατοίκους ξοδεύει μόνο το 9,6% του ΑΕΠ σε
δαπάνες υγείας. Ακόμη κι Αυστρία που έχει τους περισσότερους ιατρούς
μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ μετά από την Ελλάδα, 4,8 ανά 1000 κατοίκους,
ξοδεύει 1% λιγότερο του ΑΕΠ σε σχέση με την Ολλανδία των 2,9 ιατρών ανά
1000 κατοίκους!
 
Είναι προφανές πως οι δαπάνες υγείας έχουν σχέση με πολλούς
περισσότερους παράγοντες απ ότι ο αριθμός ιατρών κι τεχνητή ζήτηση που
μπορεί αυτοί να προκαλέσουν.
 
Μια άλλη ερώτηση που μπορεί να έρθει αυτόματα είναι η εξής: μήπως σε
χώρες με περισσότερους ιατρούς ειδικοτήτων αυξάνει η δαπάνη υγείας? ‘Εδώ
ένα στατιστικό διάγραμμα ή πινάκας θα ήταν πιο πολύπλοκο να φτιαχτεί
και να εξηγηθεί. Όμως φτάνει μια απλή αναλυτική σύγκριση των διαφόρων
χωρών με τις ίδιες δαπάνες, στηριζόμενη πάντα στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ.
 
Έτσι αν κάνουμε σύγκριση μεταξύ 2 χωρών με περίπου τον ίδιο αριθμό
ιατρών γενικής ιατρικής και ειδικών, όπως η Σουηδία κι Δανία, έχουμε:
Σουηδία δαπάνη 9,6% ΑΕΠ, αριθμός ιατρών 3.8/1000 κατοίκους, 17% ιατροί
γενικής ιατρικής. Δανία δαπάνη 11,1% ΑΕΠ , αριθμός ιατρών 3.5/1000
κατοίκους, 21% ιατροί γενικής ιατρικής.
 
Άλλο ένα παράδειγμα είναι το ζεύγος Πορτογαλία και Γαλλία: Πορτογαλία
δαπάνη 10.7%, 3,8 ιατροί ανά/1000 κατοίκους, 50% ιατροί γενικής
ιατρικής. Γαλλία δαπάνη 11,6%, 3,3 ιατροί/1000 κατοίκους, 49% ιατροί
γενικής ιατρικής.
Αλλά ακόμη κι αν πάρουμε 2 χώρες με την ίδια δαπάνη υγείας όπως το
ζεύγος Ιρλανδία και Ιταλία, τα αποτελέσματα σύγκρισης δεν αλλάζουν:
Ιταλία δαπάνη 9,3% ΑΕΠ, 3,7 ιατροί/1000 κατοίκους, 26% γενικής ιατρικής,
Ιρλανδία δαπάνη 9,2% ΑΕΠ, 3,1 ιατροί/1000 κατοίκους, 66% γενικής
ιατρικής.
 
Απ όλα τα παραπάνω προκύπτει ένα μόνο τελικό συμπέρασμα και ένας
μεγάλος προβληματισμός: αν δεν υπάρχει κάποιος ιδανικός απόλυτος αριθμός
ιατρών ανά 1000 κατοίκους, εμείς στην Ελλάδα πόσους χρειαζόμαστε και
πόσους μπορούμε να απορροφήσουμε; Μέχρι να φτιαχτεί ένας υγειονομικός
χάρτης δύσκολα θα μπορέσουμε να πλησιάσουμε τον ακριβή αριθμό. Αλλά
ακόμη κι αν τον φτιάξουμε, θα δημιουργηθεί ένα νέο ερώτημα: τι πόρους
διαθέτουμε και τι ποιότητα υπηρεσιών θα θελήσουμε ή θα μπορέσουμε να
παρέχουμε.
 
ΥΓ: σε περίπτωση που κάποιος αναρωτηθεί γιατί τόση επίμονη στις
εκθέσεις του ΟΟΣΑ κι όχι σε άλλες μελέτες/δημοσιεύσεις άπλα, γιατί οι
διάφοροι αριθμοί που ακούγονται απ την κυβέρνηση, την τρόικα και άλλους
φορείς, στηρίζονται πάνω σε αυτές τις εκθέσεις.
 


Σπυρίδων Πολίτης
(spirospolitis@yahoo.it)
Ειδικός Παθολόγος-Διαβητολόγος
Κέρκυρα

Frankfurter Allgemeine.Ο χειρότερος εφιάλτης ενός θεραπευτή στα Ελληνικά νοσοκομεία

Μια κοινωνία βυθίζεται στην άβυσσο.

Ο χειρότερος εφιάλτης ενός θεραπευτή
Ένας Γερμανός τραυματιοθεραπευτής ταξιδεύει στην Ελλάδα. Αυτό που βλέπει
εκεί ξεπερνά τους χειρότερους φόβους του. Η Ελληνική κοινωνία καταρρέει
κάτω από την πίεση της κρίσης. (Απόσπασμα).

Το Τραύμα είναι η δουλειά του Georg Pieper. Κάθε φορά που μια καταστροφή
χτυπήσει την Γερμανία, ο Τραυματιολόγος είναι επί τόπου. Μετά τις
επιθέσεις στο Όσλο και την Utøya, ο Pieper ταξίδεψε στην Νορβηγία και
επόπτευε τους συναδέλφους του εκεί. Ξέρει τι σημαίνει να κάνεις μια
προσεκτική μελέτη και να μετράς την έκταση μιας καταστροφής.
Τον Οκτώβριο ο Pieper, πέρασε λίγες μέρες στην Αθήνα, όπου παρέδιδε
συνεχή μαθήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης για ψυχιάτρους, ψυχολόγους,
γιατρούς, για την θεραπεία τραυμάτων. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε
προετοιμαστεί για ορισμένα σοκ, η πραγματικότητα ήταν ακόμα χειρότερη
από την ζοφερή εικόνα που περίμενε να αντικρύσει.
Για τους Γερμανούς οι οποίοι παρακολουθούν τις ειδήσεις, η κρίση είναι
πολύ απόμακρη. Πρώτα απ’ όλα, μας προσβάλλει στην ακοή, με όρους όπως
«ταμείο διάσωσης» ή «τρύπες δισεκατομμυρίων ευρώ». Αντί να κατανοήσουμε
το παγκόσμιο πλαίσιο, βλέπουμε την Άνγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο, στις
Βρυξέλλες ή κάπου αλλού, να βγαίνει από σκούρες λιμουζίνες με μια σοβαρή
έκφραση στο πρόσωπό της.
Εμείς δεν μαθαίνουμε όλη την αλήθεια, ούτε για την Ελλάδα ούτε για την
Γερμανία, ούτε για την Ευρώπη. Ο Pieper αποκαλεί το τι συμβαίνει μπροστά
στα μάτια μας, ως μια «τεράστια προσπάθεια μετατόπισης.»  Συγκεκριμένα, ο μηχανισμός άμυνας των πολιτικών, λειτουργεί υπέροχα.
Τον Οκτώβριο του 2012 είδε μια Ελλάδα, όπου ετοιμόγεννες γυναίκες έτρεχαν από
νοσοκομείο σε νοσοκομείο παρακαλώντας, αλλά επειδή δεν είχαν ούτε
ασφάλιση, ούτε αρκετά χρήματα, κανείς δεν ήθελε να τις βοηθήσει να
φέρουν το παιδί τους στον κόσμο. Σε ένα προάστιο της Αθήνας, ανθρώποι
που άνηκαν μέχρι πρόσφατα στην μεσαία τάξη, μάζευαν φρούτα και
υπολείμματα λαχανικών από τον δρόμο.
Ένας γέρος είπε ότι δεν μπορούσε πλέον να αντέξει οικονομικά να παίρνει
το φάρμακο για την κατάσταση της καρδιάς του. Η σύνταξη του είχε μειωθεί
κατά το ήμισυ. Είχε εργαστεί για περισσότερα από σαράντα χρόνια και
νόμιζε ότι τα είχε κάνει όλα σωστά. Τώρα δεν καταλαβαίνει πλέον τον
κόσμο.
Οι άνθρωποι που πάνε σε ένα νοσοκομείο πρέπει να φέρουν τα δικά τους
κλινοσκεπάσματα, ακόμα και την τροφή τους. Δεδομένου ότι το προσωπικό
καθαριότητας απολύθηκε, οι γιατροί και οι νοσηλευτές, οι οποίοι δεν
έχουν πληρωθεί εδώ και μήνες, έχουν αναλάβει τον καθαρισμό στις
πτέρυγες. Δεν υπάρχουν αρκετά γάντια μιας χρήσης και καθετήρες, ενώ η ΕΕ
προειδοποιεί για τον κίνδυνο εξάπλωσης των λοιμωδών νοσημάτων.
Ολόκληρες πολυκατοικίες  δεν
έχουν εν τω μεταξύ αποθεματικό πετρελαίου, λόγω έλλειψης χρημάτων. Την
άνοιξη, ένας 77χρονος αυτοπυροβολήθηκε μπροστά από το Κοινοβούλιο στην
Αθήνα. Λίγο πριν από την πράξη του, λέγεται ότι φώναξε: «Με αυτόν τον
τρόπο θα αφήσω τα παιδιά μου χωρίς χρέη.» Τα τελευταία τρία χρόνια το
ποσοστό αυτοκτονιών στην Ελλάδα έχει διπλασιαστεί.
Ανεμοστρόβιλος απελπισίας
Το τραύμα είναι ένα γεγονός που κλονίζει τον κόσμο του ατόμου από τα
θεμέλιά του. Η εμπειρία είναι τόσο μεγάλη ώστε να τραβάει το θύμα σε μια
δίνη απόλυτης αδυναμίας. Μόνο ένας κυνικός μιλώντας για την Ελλάδα
μιλάει για «κοινωνική παρακμή» . Αυτό που βιώνουμε τώρα είναι ένα
συλλογικό τραύμα.

«Οι Έλληνες άνδρες έχουν ιδιαίτερα πληγεί από την κρίση», λέει ο Pieper.
Πολύ περισσότερο από οτι οι γυναίκες, οι άνδρες αντλούν την ταυτότητά
τους από την εργασία τους – με άλλα λόγια, με την αξία τους στην αγορά
εργασίας. Αλλά η αξία στην αγορά, στην συντριπτική τους πλειοψηφία
συνεχίζει να μειώνεται. Αυτό είναι επίσης μια επίθεση στο ανδρισμό τους.
Ψυχικές ασθένειες, όπως η κατάθλιψη, εξαπλώνονται σαν επιδημία σε όλη
την Ελλάδα. Κανέναν δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι τα τρία
τέταρτα των αυτοκτονιών, γίνονται απο άνδρες.
Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι ούτε απαισιόδοξος ή ειδικός για να
αντιληφθεί τι σημαίνει αυτό για τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των
ανθρώπων και για τους δεσμούς που κρατούν μαζί την ελληνική κοινωνία.
Ο θυμός για ένα διεφθαρμένο και διεστραμμένο εγχώριο σύστημα και για το
διεθνές πολιτικό σύστημα που ξοδεύει τα χρήματα των δόσεων της ενίσχυσης
για τη διάσωση των τραπεζών, αλλά όχι για να σώσει τους ανθρώπους,
είναι τρομερός. Και αυτός αυξάνεται. Οι άνδρες φένουν αυτή την οργή στο
σπίτι και στις οικογένειές τους, ενώ οι γιοί τους, την φέρνουν στους
δρόμους. Ο αριθμός των βίαιων συμμοριών, που επιτίθενται στις
μειονότητες, αυξάνεται.
Αυτός ήταν και ο λόγος που τον Νοέμβριο οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέδωσαν προειδοποίηση
για τα ταξίδια στην Ελλάδα, συμβουλεύοντας ότι οι άνθρωποι με σκούρο
δέρμα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτοι. Αυτό, λέει ο Pieper, τον συγκλόνισε,ότι
δηλαδή, μια τέτοια προειδοποίηση θα πρέπει να εκδίδεται για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία θεωρεί τον εαυτό της ως μια φιλόξενη χώρα.

Κοινωνική κατάρρευση

Ακόμη και το πιο καταστροφικό χτύπημα, μπορεί να μην είναι ικανό να
ρίξει κάτω ένα άτομο, λέει ο Pieper, επειδή ο καθένας από εμάς έχει μια
τεράστια θέληση να επιβιώσει. Αυτά είναι τα καλά νέα.Τα κακά νέα είναι
ότι ένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας χρειάζεται μια λειτουργική κοινωνία.
Το πόση δύναμη μπορεί να δείξει μια κοινωνία,  φάνηκε στην Utøya. Όλη η  Νορβηγία στάθηκε πίσω από τα θύματα της σφαγής, σαν κάποιος να είχε χτυπήσε μια καμπάνα αλληλεγγύης σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην Ελλάδα η λειτουργική κοινωνία έχει υπονομευθεί για τόσο πολύ καιρό
που τελικά κατέρρευσε: η κρίση έχει εξαλειψει το κράτος πρόνοιας. «Σε
αυτές τις δραματικές καταστάσεις», λέει ο Pieper, «ο άνθρωπος
μετατρέπεται σε ένα είδος αρπακτικού.» Η καθαρή ανάγκη τον οδηγεί να
αποτινάξει τον ορθολογισμό του και ο εγωισμός εκτοπίζει την αλληλεγγύη.
 Πριν από λίγες ημέρες η οργάνωση Transparency International δημοσίευσε τον Δείκτη Διαφθοράς.
Η Ελλάδα κατέχει την τελευταια θέση στην κατάταξη της ΕΕ, ενώ είναι
σώμα με σώμα με την Κολομβία και το Τζιμπουτί. Ειδήσεις όπως αυτή, είναι
καθαρό δηλητήριο.
Ο Georg Pieper λέει, «Αναρωτιέμαι πόσο περισσότερο αυτή η κοινωνία
μπορεί να αντέξει. πριν εκραγεί.» Η Ελλάδα βρίσκεται στο χείλος του
εμφυλίου πολέμου. Αυτό μας επηρεάζει όλους.

Eine Gesellschaft stürzt ins Bodenlose

Traumata sind Georg Piepers Geschäft. Wann immer in den
vergangenen Jahrzehnten eine Katastrophe über Deutschland hereinbrach,
war der Traumatologe zur Stelle, das war 1988 beim Grubenunglück in
Borken so, das war so bei dem ICE-Unglück in Eschede und auch beim
Erfurter Amoklauf. Nach den Anschlägen in Oslo und Utøya ist Pieper nach
Norwegen gereist und hat die Kollegen dort betreut. Georg Pieper weiß,
was es heißt, genau hinzuschauen und die Dimension einer Katastrophe zu
ermessen.

Erst vor wenigen Wochen, im Oktober,
verbrachte Pieper einige Tage in Athen, wo er Psychologen, Psychiater
und Ärzte in Sachen Traumatherapie fortbildete, unentgeltlich freilich,
das Land ist, wie wir alle wissen, in der Krise, weshalb sich Pieper auf
einiges gefasst gemacht hatte, als er dorthin aufbrach. Doch die
Realität hat seine düsteren Erwartungen übertroffen.

Abwehrmechanismus der Politiker

Für
den deutschen Nachrichtenkonsumenten ist die Krise sehr weit weg und
nicht mehr als eine ferne Bedrohung irgendwo am Horizont. Sie erschließt
sich uns in allererster Linie durch Begriffe wie Rettungsschirm,
Schuldenschnitt, Milliardenlöcher, Misswirtschaft, Troika, Hilfspakete,
Schuldenrückkauf oder Bankenrettung, ohne dass wir verstehen würden, was
all diese Wörter eigentlich bedeuten. Statt die globalen Zusammenhänge
zu verstehen, sehen wir Angela Merkel in Berlin, Brüssel oder sonst wo
mit ernster Miene aus dunklen Limousinen steigen, auf dem Weg zum
nächsten Gipfel, wo Griechenlands und damit Europas Rettung wieder ein
Stück weiter vorangebracht werden soll.

Nur die Wahrheit erfahren wir nicht,
nicht über Griechenland, nicht über Deutschland, nicht über Europa.
Offenbar wagt es niemand, sie uns zu sagen. Pieper nennt das, was da
gerade vor unser aller Augen geschieht, eine „gigantische
Verdrängungsleistung“. Besonders der Abwehrmechanismus der Politiker
funktioniere hervorragend.

Verdoppelte Selbstmordrate

Georg
Pieper neigt nicht zum Verdrängen. Griechenland sah im Oktober 2012 für
ihn folgendermaßen aus: Hochschwangere Frauen eilen bettelnd von
Krankenhaus zu Krankenhaus, doch weil sie weder eine Krankenversicherung
noch genügend Geld haben, will niemand ihnen helfen, ihr Kind zur Welt
zu bringen. Menschen, die noch vor kurzem zur Mittelschicht zählten,
sammeln in einem Athener Vorort Obst- und Gemüsereste von der Straße,
Junge, Alte, Kinder, während neben ihnen die Marktstände abgebaut
werden. Auf das Essen haben es allerdings auch die Tauben abgesehen.

Ein alter Mann erzählt einem Reporter,
dass er sich die Medikamente gegen seine Herzbeschwerden nicht mehr
leisten kann. Seine Rente wurde wie die Rente vieler anderer um die
Hälfte gekürzt. Mehr als vierzig Jahre hat er gearbeitet, er dachte, er
habe alles richtig gemacht, jetzt versteht er die Welt nicht mehr. Wer
in ein Krankenhaus geht, muss seine eigene Bettwäsche mitbringen, ebenso
sein Essen. Seit das Putzpersonal entlassen wurde, putzen Ärzte,
Schwestern und Pfleger, die seit Monaten kein Gehalt mehr bezogen haben,
die Toiletten. Es fehlt an Einweghandschuhen und Kathetern. Die
Europäische Union warnt angesichts der teilweise verheerenden
hygienischen Bedingungen vor der Gefahr einer Ausbreitung von
Infektionskrankheiten.

Ganze Wohnblocks sind mittlerweile aus
finanziellen Gründen von der Öllieferung abgeschnitten. Damit die
Menschen im Winter nicht frierend in ihren Wohnungen hocken müssen,
beheizen sie diese mit kleinen Öfen. Das Holz dafür schlagen sie
illegal. Im Frühling dieses Jahres hat sich ein siebenundsiebzigjähriger
Mann vor dem Parlament in Athen erschossen. Kurz vor seiner Tat soll er
gerufen haben: „So hinterlasse ich meinen Kindern keine Schulden.“ Die
Selbstmordrate hat sich in den vergangenen drei Jahren verdoppelt.

Die Depression der Männer

Ein
Trauma ist ein Ereignis, das die Erfahrungswelt des Einzelnen bis in
seine Grundfesten erschüttert. Das Erlebte ist derart übermächtig, dass
es den Betroffenen in einen Strudel absoluter Hilflosigkeit zieht.
Nichts ist mehr, wie es einmal war, und nichts wird jemals wieder so
sein. Nur ein Zyniker spricht im Hinblick auf Griechenland noch von
sozialem Abstieg. Es ist viel mehr als das: Eine Gesellschaft fällt ins
Bodenlose. Wir erleben gerade eine kollektive Traumatisierung.

„Besonders hart trifft die Krise die
Männer“, sagt Pieper. Männer ziehen ihre Identität bekanntlich viel
stärker als Frauen aus der Arbeit, aus ihrem Marktwert also. Aber der
Marktwert der allermeisten sinkt unaufhörlich, und die Arbeit wird nicht
mehr in derselben Höhe entlohnt, wie es früher der Fall war. Oft fällt
sie gleich ganz weg, ohne dass es Aussicht auf eine neue Stelle gäbe.
Die Männer fallen in ein tiefes Loch. Es ist auch ein Angriff auf ihre
Männlichkeit. Psychische Krankheiten wie Depressionen oder
Angststörungen breiten sich in Griechenland inzwischen epidemisch aus.
Da sich nur noch die wenigsten therapeutische Hilfe leisten können,
bleiben die Kranken in der Regel unbehandelt. Niemand wird überrascht
sein, dass drei Viertel aller Suizide von Männern begangen werden.

Das starke Geschlecht stellen im Moment
die griechischen Frauen dar. Sie verbinden ihre berufliche Tätigkeit
eher mit Pragmatismus als mit Stolz, weshalb sie weniger tief fallen als
die Männer. Ihr flexibles Rollenverständnis ist der beste Schutz gegen
die Krise, aber er wird nicht ausreichen, um sie zu besiegen.

Glocke der Solidarität

Man muss
weder ein Pessimist noch ein Experte sein, um sich auszumalen, was das
für die sozialen Beziehungen der Menschen untereinander und für den Kitt
der griechischen Gesellschaft bedeutet. Die Wut auf ein korruptes,
pervertiertes System sowie die internationale Politik, deren
Geldtranchen in die Rettung der Banken fließen, aber nicht in die
Rettung der Menschen, ist ungeheuerlich, und sie wächst unaufhaltsam.
Die Männer tragen diese Wut in ihre Familien, und die Söhne verarbeiten
sie stellvertretend auf der Straße. Die Zahl der gewalttätigen Banden,
die Minderheiten attackieren, steigt.

Im November sprach Amerika deshalb eine
Reisewarnung für Griechenland aus – besonders gefährdet seien derzeit
Menschen mit dunkler Hautfarbe. Gerade bei einem Land wie Griechenland,
zu dessen Selbstverständnis die Gastfreundschaft zählt, die Offenheit
Fremden gegenüber, schockiere ihn das, sagt Pieper. Die
Rechtsradikalenpartei Chrysi Avgi liegt in Umfragen bereits bei zwölf
Prozent, sie wäre damit die drittstärkste Kraft im Land. Soeben ist im
Knaus-Verlag Georg Piepers neues Buch erschienen, es heißt „Überleben
oder Scheitern. Die Kunst, in Krisen zu bestehen und daran zu wachsen“.
Es ist ein eindrucksvolles, ein positives Buch, das zeigt, wie
erstaunlich die Überlebenskräfte des Einzelnen sind. Selbst der
verheerendste Schicksalsschlag muss einen nicht zwangsläufig in die Knie
zwingen, denn jeder von uns ist mit einem enormen Überlebenswillen
ausgestattet. So weit die gute Nachricht.

Die schlechte lautet, dass es dafür eine
funktionierende Gesellschaft braucht, ein Netz, das einen auffängt.
Welche Kraft eine solche Gesellschaft entfalten kann, zeigt auf
eindrucksvolle Weise das Beispiel Utøya. Ganz Norwegen stand den
Betroffenen nach dem Massaker bei, es war, als hätte jemand eine Glocke
der Solidarität über das Land gestülpt.

In
Griechenland wurde die funktionierende Gesellschaft so lange
ausgehöhlt, bis sie schließlich zusammengebrochen ist wie ein marodes
Haus. Die Krise hat den Sozialstaat zerstört. „Der Mensch“, sagt Pieper,
„wird in solchen dramatischen Situationen, wie wir sie gerade in
Griechenland beobachten, zu einer Art Raubtier. Er sieht nur noch sich
selbst und sein eigenes Überleben.“ Die schiere Notwendigkeit treibt ihn
in die Unvernunft, und diese Unvernunft bedeutet im schlimmsten Fall
Kriminalität. An die Stelle der Solidarität tritt Egoismus.

Vor wenigen Tagen veröffentlichte
Transparency International wie jedes Jahr einen Korruptionsindex. Dass
Griechenland ein ziemlich großes Problem mit Korruption hat, ist nicht
neu, wie groß es wirklich ist, zeigt nun der Bericht. Griechenland
belegt innerhalb der Europäischen Union den letzten Rang und lässt sich
bezüglich der Korruption mit Kolumbien oder Djibouti vergleichen. Solche
Nachrichten sind pures Gift.

Georg Pieper sagt: „Ich frage mich, wie
viel diese Gesellschaft noch aushalten kann, bevor sie explodiert.“
Griechenland stehe kurz vor einem Bürgerkrieg. Es scheint lediglich noch
eine Frage der Zeit zu sein, bis sich die kollektive Verzweiflung der
Menschen in Gewalt entlädt und über das Land ausbreitet. Und davon sind
wir alle betroffen.
Frankfurter Allgemeine, Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012 (Eine Gesellschaft stürzt ins Bodenlose)

Οι συνέπειες της κρίσης σε χώρες εντός και εκτός ευρωζώνης. Μια συγκριτική μελέτη

Πρόσφατη μελέτη του καθηγητή John Weeks (Εconomist and Professor Emeritus at SOAS, University of London):  ‘’Join The Euro? Yes, For Lower Growth‘’
(Ένταξη στο ευρώ; Ναι, για μικρότερη ανάπτυξη), δίνει  ερεθίσματα για
συζήτηση σχετικά με τη ρόλο της ευρωζώνης και της γενικής καπιταλιστικής
κρίσης στην περίπτωση της Ελλάδας (και όχι μόνο).
 
Στο
πρώτο μέρος της συγκρίνεται η  οικονομική πορεία 12 χωρών της ευρωζώνης
(Αυστρία, Βέλγιο, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία,
Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία) για το διάστημα
2000-2007, πριν δηλαδή την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης, με την
αντίστοιχη πορεία 11 χωρών εκτός της ζώνης του ευρώ (Τσεχία, Κύπρος,
Δανία, Εσθονία, Ουγγαρία, Νορβηγία, Πολωνία, Σλοβακία, Σουηδία, Μεγάλη
Βρετανία).
 
 
Στα
οκτώ αυτά χρόνια (χρυσή εποχή του ευρώ!) οι 12 χώρες της ευρωζώνης
είχαν μια μέση ετήσια ανάπτυξη 2,8%, ενώ οι 11 χώρες εκτός ευρωζώνης ένα
μεγαλύτερο μέσο ετήσιο ρυθμό 4,3% (ή 53% υψηλότερο ρυθμό). Η μέση
διαφορά στη ανάπτυξη ήταν  1,5%, η οποία μάλιστα μετά το 2002 είχε
σχεδόν σταθεροποιηθεί στο 2%.
 
Η
θεωρία επομένως ότι η είσοδος στο ευρώ αποτέλεσε σωτηρία και συνεπώς η
έξοδος από ευρωζώνη θα είναι καταστροφή, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται για
την Ελλάδα, αλλά αποδεικνύεται μάλλον το αντίθετο και για ένα ευρύτερο
σύνολο χωρών.
 
Αν
είναι κατανοητό γιατί επιμένουν στο παραμύθι αυτό η ΝΔ και τα ρετάλια
του ΠΑΣΟΚ, είναι υπό συζήτηση η εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπίζει την
παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ.
 
Το παρελθόν λοιπόν, πριν από τη κρίση, μας λέει ότι, μέσα στην ευρωζώνη δεν ήταν καλύτερα, αλλά χειρότερα. Μιλώντας με πραγματικά στοιχεία και όχι με προβλέψεις, υποθέσεις ή μοντέλα.
 
Φυσικά,  δεν πρέπει να  λάβει κανείς υπόψη του μόνο την εξέλιξη του ΑΕΠ, αλλά και την μοιρασιά αυτού, που ωστόσο δεν θα επεκταθούμε εδώ.
 
Τι συνέβη όμως με την εκδήλωση της βαθειάς  διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, μετά το 2008;
 
Πως τα πήγαν οι εντός και οι εκτός της ευρωζώνης; Πόσο προστάτευσε το κοινό σπίτι του ευρώ;
 
Το
δεύτερο μέρος της μελέτης, αφορά το διάστημα 2008-20013 και αναφέρεται
στην πορεία ανάπτυξης ανά τρίμηνο, χωρών εντός και εκτός ευρωζώνης,
συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ.
 
 
Τα συμπεράσματα που βγαίνουν είναι και πάλι αξιόλογα.
 
Από
το πρώτο τρίμηνο του 2008 έως το δεύτερο τρίμηνο του 2013,  σε ένα
διάστημα πέντε χρόνων, οι 16 χώρες της ευρωζώνης (Αυστρία, Βέλγιο,
Κύπρος, Φινλανδία, Εσθονία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία,
Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία), είχαν
ένα μέσο ετήσιο αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης 0.7%. Στην ίδια περίοδο η
ομάδα  7 χωρών εκτός ευρωζώνης (Τσεχία, Δανία, Ουγγαρία, Νορβηγία,
Πολωνία, Σουηδία, Μεγάλη Βρετανία), είχαν μέσο ετήσιο θετικό ρυθμό
ανάπτυξης 0,4%. Η διαφορά   σε βάρος του ευρώ είναι  0.7+0.4=1,1%.
 
Συνεπώς, το ευρώ δεν πρόσφερε καμία μεγαλύτερη αντοχή στην κρίση, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
 
Από την άλλη, παρατηρούμε ότι το προφίλ της διακύμανσης, κατά τη διάρκεια της κρίσης, στις χώρες εντός και εκτός της ευρωζώνης, είναι σχεδόν ίδιο.
 
Οι
επιπτώσεις του ευρώ και τα προβλήματα στις ευρωπαϊκές οικονομίες, όχι
μόνο αναπτύσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της διεθνούς καπιταλιστικής
οικονομίας, αλλά ‘’κυβερνούνται’’ και καθορίζονται από τη βαθειά της
κρίση.
 
Όσο
λάθος λοιπόν είναι να εξοβελίζεται από τη συζήτηση ο ειδικός αρνητικός
ρόλος της ευρωζώνης στην εμφάνιση και εξέλιξη της κρίσης στην Ελλάδα,
άλλο τόσο λάθος είναι να αποσπάται ο παράγοντας αυτός από την γενική
καπιταλιστική κρίση.
 
Δεν πρόκειται μόνο και κυρίως για διαπιστώσεις θεωρητικού χαρακτήρα, αλλά για θέματα πολιτικού προσανατολισμού.
 
Συμπέρασμα πρώτο: Η έξοδος από την ευρωζώνη είναι απαραίτητος στόχος και με σχετική αυτοτέλεια.
 
Συμπέρασμα δεύτερο:
η στόχευση αυτή πρέπει να συνδεθεί με την έξοδο από την ΕΕ, αλλά και με
τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, σε μια προοπτικής διεθνιστικής εργατικής
απάντησης στην κρίση σε βάρος της ελληνικής και της ευρωπαϊκής
κεφαλαιοκρατίας.
 
Η
απόσπαση του αγώνα για νομισματική ανεξαρτησία και  λαϊκή κυριαρχία και
δημοκρατία, κόντρα στα υπερεθνικά δεσμά της  ιμπεριαλιστικής ΕΕ, από
τον αγώνα ενάντια στην ταξική εκμετάλλευση και την ανατροπή της αστικής
κυριαρχίας, είναι ένας δρόμος ολισθηρός.
 
Πολύ
περισσότερο όταν θα πρέπει να δούμε τις επιπτώσεις της διεθνούς
καπιταλιστικής κρίσης στην ελληνική τραγωδία, καθώς και τον παροξυσμό
τους λόγω της συμμετοχής στην ευρωζώνη, όχι αποσπασμένα, αλλά σε σύνδεση με την κρίση του ίδιου του ελληνικού καπιταλισμού και το ρόλο της  αστικής τάξης στην Ελλάδα.
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμάει
να αγνοεί τον καταστροφικό ρόλο της ευρωζώνης και να διατείνεται πως
μπορεί να υπάρξει μια άλλη διαχείριση της κρίσης και της κοινωνικής
καταστροφής,  πιο φιλολαϊκή, από μια αριστερή κυβέρνηση, εντός της ΕΕ.
Αφήνοντας μόνο στην άκρη, το παλιό ‘’πολιτικό κατεστημένο’’, τους
‘’καναλάρχες’’ και ‘’κλεπτοκράτες’’ και στηρίζοντας την ‘’υγιή
επιχειρηματικότητα’’.  Θα πρόκειται πράγματι για  το θαύμα του
παραδείσου μέσα στην κόλαση.
 
Το ΚΚΕ
από την άλλη, προτιμάει να βλέπει την πραγματικότητα αντεστραμμένη:
Αφού η έξοδος από ευρωζώνη και  ΕΕ δεν αρκεί, δεν χρειάζεται (και δεν
πρέπει) να διεκδικείται με μια σχετική αυτοτέλεια. Αυτή μπορεί να
πραγματωθεί  μόνο ως υποπροϊόν της ύπαρξης μιας λαϊκής εξουσίας. Η
τελευταία  φαίνεται ότι μπορεί να προκύψει χωρίς μάχη να σαρωθεί ότι
βρίσκεται μπροστά της να την υπονομεύει, όπως η ΕΕ. Θα πρόκειται για την
…άμωμο σύλληψη.
 
Αλίμονο αν είναι να διαλέξουμε…
 
Παναγιώτης Μαυροειδής

 

ΠΡΙΝ, Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013, »Η τρύπια βάρκα του ευρώ στη δίνη της κρίσης»

Επτά Μύθοι για την Κρίση του (Ελληνικού) Χρέους

 Στις απόψεις που παρουσιάζονται στον ευρείας κυκλοφορίας ελληνικό
Τύπο υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός λαθεμένων αντιλήψεων και μύθων σχετικά
με τα αίτια και τις συνέπειες της κρίσης, καθώς και με τις πολιτικές
τις διαθέσιμες για την καταπολέμησή της. Μερικές από τις αντιλήψεις
αυτές αναπαράγονται συνειδητά από την κυβέρνηση και τον Τύπο παρ’ ότι
ξέρουν πως δεν είναι σωστές. Ενώ κάποιες άλλες είναι κατά τα φαινόμενα
απόψεις που συμμερίζονται τόσο κυβερνητικοί αξιωματούχοι όσο και η
πλειοψηφία του Τύπου.


Πολλοί Έλληνες που δεν είναι οικονομολόγοι ή ειδικοί καταλαβαίνουν,
συνειδητά ή ενστικτωδώς, ότι υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα με την
κυρίαρχη άποψη, αλλά δεν έχουν τις γνώσεις να επιχειρηματολογήσουν
τεκμηριωμένα ενάντια σ’ αυτές τις αντιλήψεις. Επιπλέον, πολλοί που έχουν
τις γνώσεις και θα μπορούσαν να το κάνουν είτε αυτολογοκρίνονται είτε
δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στον ευρείας κυκλοφορίας Τύπο.

Ένα μέρος αυτών των αντιλήψεων επικρατεί επίσης στον διεθνή Τύπο και
αναπαράγεται από Ευρωπαίους πολιτικούς, τραπεζίτες και δημοσιογράφους.
Νομίζω πως, κατά περίεργο τρόπο, υπάρχει λιγότερη συζήτηση και
αμφισβήτηση αυτών των λαθεμένων αντιλήψεων μέσα στις χώρες της Ευρωζώνης
παρά έξω από αυτές. Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή αυτοί που παρατηρούν τα
πράγματα απ’ έξω διστάζουν λιγότερο να προβούν σε ανεξάρτητη αξιολόγηση
των προβλημάτων της Ευρωζώνης και της Ελλάδας.

• Μύθος 1ος: Στάση πληρωμών ή «χρεοκοπία» θα ήταν καταστροφικές για την Ελλάδα.

• Μύθος 2ος: Ο στόχος της τρόικας είναι να «σώσει» την Ελλάδα.

• Mύθος 3ος: Η κύρια αιτία της κρίσης είναι η διαφθορά των Ελλήνων και του ελληνικού κράτους

• Μύθος 4ος: Αν η ελληνική κυβέρνηση ήταν ικανή, οι στόχοι του Μνημονίου δεν θα αποτύγχαναν.

• Μύθος 5ος: Ακολουθώντας τις συνταγές της τρόικας η Ελλάδα θα επιστρέψει στον δρόμο της ευημερίας.

• Μύθος 6ος: Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα ήταν το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα.

• Μύθος 7ος: Στις διαπραγματεύσεις της με την τρόικα η ελληνική κυβέρνηση έχει πολύ μικρή διαπραγματευτική ισχύ.

Θα επιχειρηματολογήσω διαδοχικά εναντίον κάθε μύθου και στο τέλος θα εκθέσω κάποια συμπερασματικά σχόλια.

Μύθος1ος: Στάση πληρωμών ή «χρεοκοπία» θα ήταν καταστροφικές για την Ελλάδα. (2).

Απ’ την αρχή της κρίσης αυτός ο μύθος είναι πιθανότατα ο πιο συχνά και
συστηματικά επαναλαμβανόμενος από τον κ. Παπανδρέου και άλλους
κυβερνητικούς αξιωματούχους. Τον Φεβρουάριο του 2010, όταν
πρωτοεμφανίστηκαν τέτοιες διατυπώσεις, θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε
ότι κυβερνητικοί παράγοντες θα συνέχιζαν να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο
χωρίς αντίλογο για τόσον καιρό.

Ας σημειωθεί εξ αρχής πως η συμφωνία της 21ης Ιουλίου περιλαμβάνει μία
διάταξη την οποία ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών έχει ήδη αποκαλέσει
«επιλεκτική χρεοκοπία» και με την οποία οι κάτοχοι κρατικών ομολόγων
υποτίθεται θα δέχονταν ένα «κούρεμα» 21% μέσω της επιμήκυνσης των
ομολόγων τους και χαμηλότερο επιτόκιο. Εξ ου και η κινδυνολογία περί
στάσης πληρωμών και «χρεοκοπίας» δεν έχει νόημα αφού ο Υπουργός
Οικονομικών έχει ήδη παραδεχθεί πως η κυβέρνησή του συμφώνησε να
προχωρήσει σε κάτι τέτοιο. Η συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου επιβάλλει ένα
μεγαλύτερο κούρεμα 50%, αν και αυτά τα νούμερα δεν αποτελούν σοβαρή
ένδειξη της πραγματικής μείωσης του χρέους

Η σύγχυση αυτή μπορεί να οφείλεται
και στη χρήση του όρου «χρεοκοπία», η οποία έχει άσχημες συμπαραδηλώσεις
στα ελληνικά, ιδιαίτερα όσον αφορά την ατομική χρεοκοπία. Φέρνει στον
νου εικόνες απόλυτης φτώχειας, ίσως ακόμη και μισθωτής δουλείας
(indentured servitude). Για τον σύγχρονο καπιταλισμό, όμως, η χρεοκοπία
και η στάση πληρωμών μαζί με την περιορισμένη ευθύνη είναι σημαντικά
χαρακτηριστικά
(3). Με την
περιορισμένη ευθύνη για τον δανειολήπτη, είναι ευθύνη και του δανειστή –
όχι μόνο του δανειολήπτη – να αποπληρωθούν τα δάνεια. Αυτό, κατ’ αρχήν,
εξασφαλίζει πως δεν θα συναφθούν υπερβολικά πολλά «κακά» δάνεια και η
οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ δείχνει τι συμβαίνει όταν οι
δανειστές δεν δείχνουν τη δέουσα υπευθυνότητα. Έτσι, στάση πληρωμών και
χρεοκοπία είναι για άτομα και επιχειρήσεις κρίσιμα χαρακτηριστικά της
λειτουργίας του σύγχρονου καπιταλισμού. Αν ο δανειστής δεν είναι
προσεκτικός στην επιλογή των δανειοληπτών του, είναι οικονομικά ορθό
αλλά και δίκαιο να ζημιωθεί.

Αλλά υπάρχουν τρεις τουλάχιστον διαφορές ανάμεσα σε στάση πληρωμών και
χρεοκοπία, από τη μια, ατόμων ή εταιρειών και, από την άλλη, κυρίαρχων
κρατών. Πρώτον, τα κράτη δεν χρεοκοπούν κυριολεκτικά, με την έννοια ότι
δεν υπάρχει ανώτερη υπερεθνική τελική αρχή και δικαστήριο που θα
αποφασίσει και θα επιβάλλει το πώς τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας θα
κατανεμηθούν ανάμεσα στους διάφορους πιστωτές και τι θα παραμείνει στην
κυριότητα της χώρας. Αντί γι’ αυτό, ομόλογα και δάνεια εκδίδονται
σύμφωνα με τη νομοθεσία συγκεκριμένων χωρών αλλά με την τελική εφαρμογή
να είναι δύσκολη επειδή τα κράτη είναι κυρίαρχες οντότητες. Όπως είναι
αναμενόμενο όμως όταν εμπλέκονται μεγάλα συμφέροντα, πόζα,
διαπραγματεύσεις, ακόμη και διπλωματία κανονιοφόρων μπορούν να παίξουν
τον ρόλο τους σχετικά με τι γίνεται σε περίπτωση στάσης πληρωμών.
Νομικά, το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού χρέους που συνάφθηκε πριν το
2010 διέπεται από τους ελληνικούς νόμους. Στην περίπτωση στάσης
πληρωμών αυτού του χρέους, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν την τελική
δικαιοδοσία. Το χρέος προς την τρόικα ΕΕ/ΕΚΤ/ΔΝΤ έχει συναφθεί σύμφωνα
με τους αγγλικούς νόμους και στάση πληρωμής αυτού του χρέους θα ήταν
σημαντικά δυσκολότερη εκείνου που συνάφθηκε με βάση τους ελληνικούς
νόμους. Αν επικυρωθεί η συμφωνία της 21ης Ιουλίου ή της 26ης Οκτωβρίου,
οι κάτοχοι ομολόγων θα πάρουν ομόλογα που θα διέπονται από τους
αγγλικούς και όχι τους ελληνικούς νόμους, κάτι που θα καταστήσει
περαιτέρω «κουρέματα» δυσκολότερα.

Η δεύτερη σημαντική διαφορά του κρατικού χρέους από άλλα χρέη είναι πως
συνάπτεται και ελέγχεται από κυβερνητικούς αξιωματούχους εκ μέρους της
χώρας και του λαού της. Μπορεί, όμως, να υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα
στα συμφέροντα των κυβερνητικών αξιωματούχων και στα συμφέροντα της
χώρας και του λαού της. Μια ακραία περίπτωση τέτοιας διαφοράς
συμφερόντων ήταν αυτή του πρώην προέδρου του Ζαΐρ, Μομπούτου, όπου τα
διεθνή δάνεια εκτρέπονταν κυρίως προς ιδιωτικούς τραπεζικούς
λογαριασμούς, με τη χώρα να μη βλέπει οφέλη και να επιβαρύνεται με την
αποπληρωμή των δανείων. Αλλά ακόμη και κατ’ όνομα τουλάχιστον εκλεγμένοι
κυβερνητικοί αξιωματούχοι μπορούν να αναμειχθούν σε δάνεια που είναι
παράνομα ή ειδεχθή και έτσι να υπάρχει νομική ή ηθική βάση για ακύρωση
τέτοιων δανείων. Δεδομένων των πολυάριθμων σκανδάλων που συντάραξαν και
τα δύο κόμματα που εναλλάσσονται στην κυβέρνηση, πρέπει να εξεταστούν
προσεκτικά όλα τα χρέη της Ελλάδας που είχαν συναφθεί τα προηγούμενα
χρόνια για το αν είναι ίσως παράνομα και ειδεχθή. Για παράδειγμα, οι
συμβάσεις με τις τράπεζες επενδύσεων που εγγυήθηκαν τις εκδόσεις
ομολόγων και τα αρχεία όπου καταγράφτηκε η εφαρμογή τους πρέπει να
ανοιχτούν ως ζήτημα στοιχειώδους διαφάνειας και δημοκρατικής ευθύνης.

Η τρίτη διαφορά είναι ότι ένα κρατικό χρέος σπάνια, αν ποτέ, χρειάζεται
ρητές εγγυήσεις. (Βέβαια, μια πρόσφατη εξαίρεση είναι η απαίτηση της
Φινλανδίας για εγγυήσεις από την Ελλάδα προκειμένου να συμμετάσχει στον
μηχανισμό σταθερότητας EFSF.) Παρά τη συνηθισμένη απουσία εγγυήσεων,
πάντως, ιστορικά έχει αποδειχτεί δύσκολη η πλήρης απαλλαγή από ένα
εξωτερικό δημόσιο χρέος.

Δεδομένων λοιπόν ότι μια στάση πληρωμών είναι υπόθεση ρουτίνας σε
περιπτώσεις ατομικού ή εταιρικού χρέους και το γεγονός ότι το μεγαλύτερο
μέρος του ελληνικού χρέους διέπεται από τους ελληνικούς νόμους,
συνολικά δεν θα έπρεπε μια στάση πληρωμών να είναι τόσο δύσκολη. Γιατί
τότε να μην την πραγματοποιήσει ένα κράτος αμέσως;

Ένας λόγος ίσως είναι πως η χώρα δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στις
διεθνείς αγορές κεφαλαίου ξανά. Η Ελλάδα όμως έτσι κι αλλιώς δεν έχει
τώρα πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και θα συνεχίσει να μην έχει αν
ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, ακριβώς λόγω του υψηλού επιπέδου του χρέους
της και την υπονοούμενη υψηλή πιθανότητα στάσης πληρωμών. Αντίθετα, ένα
γενναιόδωρο κούρεμα θα έκανε το εναπομείναν χρέος βιώσιμο και τότε οι
διεθνείς πιστωτές θα ήταν πιο πιθανό να δανείσουν στη χώρα, όπως ακριβώς
έχουν κάνει με άλλες χώρες που κήρυξαν στάση πληρωμών όπως η Ρωσία και η
Ισλανδία. Το πόσο γρήγορα θα μπορούσε η Ελλάδα να επιστρέψει στις
διεθνείς αγορές ομολόγων θα εξαρτιόταν από το μέγεθος του κουρέματος
(όσο μεγαλύτερο το κούρεμα, τόσο πιο βιώσιμο γίνεται το χρέος) αλλά και
από το πόσο θα διαρκούσαν τυχόν νομικές περιπλοκές. Νομικά ζητήματα που
εκκρεμούν για μακρό χρονικό διάστημα κάνουν την επιστροφή πιο δύσκολη.

Επιπλέον, υπάρχουν τρόποι διεθνούς δανεισμού εκτός των αγορών ομολόγων,
από άλλα κράτη ή από μεμονωμένους οικονομικούς οργανισμούς. Η Κύπρος,
για παράδειγμα, πρόσφατα κανόνισε να πάρει ένα ευμέγεθες διεθνές δάνειο
από τη Ρωσία. Και τέλος, ας μην ξεχνάμε πως πριν εισέλθει η Ελλάδα στην
Ευρωζώνη, δανειζόταν πολύ λίγο από το εξωτερικό παρ’ όλο που η σχέση
χρέους προς ΑΕΠ ήταν υψηλή, και αυτή η σχέση διατηρούταν ακριβώς επειδή
έμενε στο εσωτερικό και στο δικό της νόμισμα.

Αν η Ελλάδα είχε κηρύξει στάση πληρωμών στις αρχές του 2010, το ελληνικό
χρέος θα μπορούσε να είχε γίνει βιώσιμο μακροπρόθεσμα με μια λογιστική
μείωση (write-down)που θα είχε επιβληθεί στους κατόχους ομολόγων
σημαντικά κάτω από 50% του συνολικού χρέους. Η χώρα θα είχε χρειαστεί να
καταφύγει σε εσωτερικό δανεισμό, ίσως να εκδώσει έντυπες αναγνωρίσεις
χρέους (IOUs) και να επιβάλει μερικές μετριοπαθείς περικοπές. Το
αποτέλεσμα μιας τέτοιας πολιτικής θα ήταν μια ήπια ύφεση.

Αντίθετα η τρόικα παρείχε δάνεια στην Ελλάδα για να καλύψει το έλλειμμα
του προϋπολογισμού χωρίς στάση πληρωμών, με αντάλλαγμα όλο και
μεγαλύτερες δρακόντειες περικοπές στον προϋπολογισμό, αυξήσεις φόρων και
θεσμικές αλλαγές αμφίβολης αξίας. Οι κάτοχοι ομολόγων συνέχισαν – και
συνεχίζουν ως σήμερα – να πληρώνονται κανονικότατα τους τόκους και το
ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο.

Η ατολμία στην υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων απέναντι στην τρόικα
και τους βορειοευρωπαίους πολιτικούς είναι κοινός παρονομαστής στις
αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης στην κρίση. Μια «χρεοκοπία» δεν
θα ήταν καταστροφική τη στιγμή που το υπάρχον χρέος είναι μη βιώσιμο.
Και αυτό λέγεται από όλους τους αμερόληπτους σχολιαστές
. Ακόμη και
από πολλά άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του Γερμανού
Υπουργού Οικονομικών. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ελλάδα θα κηρύξει
στάση πληρωμών, αλλά μάλλον σε ποιο μέγεθος του χρέους θα γίνει αυτή και
αν θα είναι «εθελοντική», με τη συναίνεση της μεγάλης πλειοψηφίας των
κατόχων ομολόγων, ή θα είναι μονομερής και θα αφορά μια μειοψηφία.

Μύθος 2ος: Ο στόχος της τρόικας είναι να σώσει την Ελλάδα.

Αυτός ο μύθος προέρχεται από το εξωτερικό και έχει εσωτερικοποιηθεί
πλήρως από την ελληνική κυβέρνηση και, μέχρι πρόσφατα, από σχεδόν όλα τα
μεγάλα ελληνικά ΜΜΕ. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, όλοι οι Έλληνες είναι
ακόλαστοι «αμαρτωλοί» και η τρόικα ο ευεργέτης δικτάτορας που όχι μόνο
τους σώζει υλικά αλλά επίσης τους αναγκάζει να μετασχηματίσουν τους
θεσμούς τους με τρόπο που θα τους φέρει μακροχρόνια ευημερία.

Ας ξαναδούμε πρώτα-πρώτα ποιος έχει κερδίσει και ποιος έχει χάσει από τη
«διάσωση» μέχρι τώρα. Εδώ, τα δύο κύρια άμεσα εμπλεκόμενα μέρη είναι
από τη μια μεριά η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων και από την άλλη οι
δανειστές της χώρας. Ξεκάθαρα, μέχρι τώρα η μεγάλη πλειοψηφία των
Ελλήνων έχει πληρώσει και με το παραπάνω ενώ οι προϋπάρχοντες κάτοχοι
ελληνικών ομολόγων συνεχίζουν να παίρνουν πίσω στο ακέραιο τους τόκους
τους και το όποιο κεφάλαιο καθίσταται ληξιπρόθεσμο, παρ’ όλο που στην
αγορά η αξία των μη ληξιπρόθεσμων ομολόγων έχει καταποντιστεί
(4).

Εναλλακτικές λύσεις στη «διάσωση» της τρόικας

Οι υπερασπιστές των επιλογών της κυβέρνησης λένε ομόφωνα πως η μόνη
εναλλακτική λύση θα ήταν η «χρεοκοπία», η οποία βέβαια, σύμφωνα με τον
(1ο) μύθο που αναπαράγουν, θα ήταν καταστροφική. Ας σκεφτούμε λοιπόν την
εναλλακτική λύση της «χρεοκοπίας» στις αρχές του 2010. Η σχέση
χρέους-ΑΕΠ ήταν κοντά στο 115% τότε. Αν η χώρα είχε εφαρμόσει το κούρεμα
που συμφωνήθηκε στις 21 Ιουλίου (21%, αλλά πραγματικό), η σχέση
χρέους-ΑΕΠ θα είχε κατέβει λίγο πάνω από το 90%, ποσοστό που θα έκανε το
χρέος οριακά βιώσιμο. Πιθανόν να είχε απαιτηθεί ένα μεγαλύτερο κούρεμα
για να γίνει το χρέος μακροπρόθεσμα βιώσιμο, αλλά σίγουρα αυτό θα ήταν
κάτω από τα επίπεδα που σχεδιάζουν τώρα οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.

Οι υπερασπιστές των επιλογών της κυβέρνησης θα απαντούσαν τότε πως, μετά
από μια στάση πληρωμών στις αρχές του 2010, η Ελλάδα 1) θα είχε
αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές ομολόγων και 2) επειδή δεν είχε
πρωταρχικό πλεόνασμα στον προϋπολογισμό (πλεόνασμα χωρίς τους τόκους των
δανείων), η κυβέρνηση δεν θα είχε μπορέσει να πληρώσει μισθούς,
συντάξεις και τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της.

Ενώ είναι σωστό ότι βραχυπρόθεσμα οι διεθνείς αγορές ομολόγων δεν θα
είχαν δανείσει αμέσως στην Ελλάδα, όσο μεγαλύτερο το κούρεμα τόσο
ευκολότερα και γρηγορότερα θα είχε επιστρέψει η Ελλάδα στις αγορές. Αλλά
αυτό δεν θα είχε χρειαστεί και, έτσι κι αλλιώς, πιθανότατα δεν είναι
συνετό για την Ελλάδα να επιστρέψει σ’ αυτές τόσο σύντομα. Ακόμη και αν ο
εξωτερικός δανεισμός από άλλες πηγές πλην των αγορών ομολόγων δεν ήταν
διαθέσιμος, οι απλοί Έλληνες πολίτες θα αγόραζαν μετά χαράς ομόλογα του
Ελληνικού Δημοσίου στο 4,5% αντί για το 2% ή και λιγότερο που κερδίζουν
από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους
(5).

Επίσης, θα μπορούσαν να έχουν γίνει γενικευμένες περικοπές, αλλά αντί
γι’ αυτές θα ήταν πιθανότατα πιο αποτελεσματικές πληρωμές εν μέρει με
έντυπες αναγνωρίσεις χρέους (IOUs) που θα ήταν διαπραγματεύσιμες, με
κάποια έκπτωση, και να παίξουν τον ρόλο υποκατάστατου χρήματος. Μια
τέτοια κίνηση θα είχε βελτιώσει και τη ρευστότητα στον ιδιωτικό τομέα
και θα είχε αποτρέψει τη συνεχιζόμενη ύφεση που έχουν επιφέρει οι
πολιτικές της τρόικας. Να ξαναπούμε ότι ένας όρος για να είχαν συμβεί
όλα αυτά θα ήταν ένα αρκετά βαθύ κούρεμα, μια επίφοβη «χρεοκοπία», που
θα είχε μειώσει το δημόσιο χρέος σε βιώσιμα επίπεδα στα μάτια όλων,
συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων.

Αντί γι’ αυτό είχαμε όλο και μεγαλύτερες βάναυσες περικοπές στον
προϋπολογισμό των οποίων τα αποτελέσματα μεταφέρθηκαν γρήγορα από τον
δημόσιο τομέα και τις τράπεζες προς την πραγματική (ιδιωτική) οικονομία
όπου οι πιστώσεις έχουν περισταλεί δραστικά, δεδομένης μάλιστα της
ιδιόμορφης χρηματοδότησης μέσω μεταχρονολογημένων επιταγών και άλλων
θεσμικών προσαρμογών στις οποίες καταφεύγει ο ζωτικός τομέας των
μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Καθώς η προβλέψιμη ύφεση βαθαίνει, οι
απαιτήσεις όλο και μεγαλύτερων περικοπών, μη ρεαλιστικοί σχεδιασμοί
ιδιωτικοποιήσεων, τυποποιημένες θεσμικές αλλαγές που δεν σέβονται το
Ελληνικό Σύνταγμα ή τους ελληνικούς νόμους και δεν έχουν καμιά ελπίδα να
λειτουργήσουν παρουσιάζονται ακόμη και σήμερα ως η «διάσωση» της
Ελλάδας.

Η πραγματική διάσωση ήταν αυτή των κατόχων ομολόγων. Μαζί με τις
ελληνικές τράπεζες και άλλους εγχώριους κατόχους, συμπεριλαμβάνουν
γαλλικές, βρετανικές, γερμανικές και άλλες τράπεζες που κατείχαν
ελληνικά ομόλογα που τώρα έχουν εν μέρει μεταφερθεί στην ΕΚΤ

Η ευημερία των απλών Ελλήνων πολιτών δεν φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο
στους υπολογισμούς της τρόικας, ούτε καν μέσα από τις επιπτώσεις της
αρνητικής ανταπόκρισης στην πραγματοποίηση των υποτιθέμενων στόχων της
τρόικας και την απειλή που θέτει για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα
μια στάση πληρωμών της Ελλάδας. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, υπήρξε
μια σοβαρή διαφωνία εντός της τρόικας ανάμεσα στους αντιπροσώπους του
ΔΝΤ και αυτούς της ΕΕ/ΕΚΤ. Οι πρώτοι — προφανώς έχοντας πάρει κάποιο
μάθημα από τις θλιβερές εμπειρίες τους σε άλλες χώρες που μπήκαν στο
πρόγραμμα του ΔΝΤ — είχαν μεγαλύτερη επίγνωση των μακροοικονομικών
συνεπειών των δραστικών περικοπών και των φορολογικών αυξήσεων και
προσπάθησαν να περιορίσουν τις απαιτήσεις των δεύτερων. Το τελικό
αποτέλεσμα, όμως, ήταν πως οι απόψεις της ΕΕ/ΕΚΤ στην ουσία επικράτησαν.
Οι ακολουθούμενες πολιτικές εναρμονίστηκαν με τα βραχυπρόθεσμα
συμφέροντα τραπεζών του κέντρου της Ευρωζώνης και ίσως με κάποια άλλα
ιδιωτικά συμφέροντα. Δεν φάνηκε να παίρνουν επαρκώς υπ’ όψιν τους το
ενδεχόμενο «μολυσματικής» εξάπλωσης και τους άλλους κινδύνους στους
οποίους θέτουν την Ευρωζώνη και τον υπόλοιπο κόσμο. Και σίγουρα δεν
υπολόγισαν τους απλούς Έλληνες πολίτες παρά μόνο ίσως ως «αμαρτωλούς»
που αξίζουν την τιμωρία.

Ο μύθος της «διάσωσης» της Ελλάδας, πάντως, ακόμη κρατάει. Επιπλέον,
έχει ισχυρές πραγματικές αρνητικές επιπτώσεις στις πολιτικές και στα
οικονομικά της κρίσης, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την
Ευρωζώνη.

Πρώτον, η διατύπωση της «διάσωσης» έχει επιτρέψει στη γερμανική και στις
άλλες ευρωπαϊκές ελίτ να στρέψουν την προσοχή μακριά από τη «σωτηρία»
του τραπεζικού τομέα και των κατόχων ομολόγων, παρ’ όλο που σίγουρα δεν
τους έχουν ικανοποιήσει απόλυτα.

Δεύτερον, ο τρόπος παρουσίασης έχει πυροδοτήσει λαϊκιστική οργή στη
Βόρεια Ευρώπη ενάντια στους «τεμπέληδες» Έλληνες, ακριβώς εκείνους που
ωφελήθηκαν λιγότερο από το ελληνικό δημόσιο χρέος και τους μοναδικούς
που καλούνται να πληρώνουν το κόστος της κρίσης ως τώρα. Έχει επίσης
αποσπάσει την προσοχή από τα αίτια της μισθολογικής αποτελμάτωσης στη
Γερμανία, η οποία, παρεμπιπτόντως, συνετέλεσε σημαντικά στην αύξηση των
πλεονασμάτων των τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας και συνεισέφερε στις
ανισορροπίες μέσα στην Ευρωζώνη.

Τέλος, με την εσωτερικοποίηση και την αναπαραγωγή του μύθου της
«διάσωσης», η ελληνική κυβέρνηση βοήθησε να αποτραπεί οποιοσδήποτε
πραγματικός διάλογος για εναλλακτικές λύσεις μέσα στο ίδιο της το κόμμα
αλλά και στο συνολικό φάσμα των κομμάτων που εκπροσωπούνται στο
Κοινοβούλιο, καθώς επίσης και στον Τύπο.

Μύθος 3ος: Η κύρια αιτία της κρίσης είναι η διαφθορά των Ελλήνων και του ελληνικού κράτους

«Οι οδυνηρές προσαρμοστικές πολιτικές που ακολουθούνται τώρα σε μια
σειρά χώρες της Ευρωζώνης είναι άμεσο αποτέλεσμα της υιοθέτησης από
μεριάς τους του ευρώ.» (Feldstein, 2011, σελ. 5)

Είτε είπε ο κ. Παπανδρέου στον κ. Γιούνκερ ότι «η Ελλάδα είναι μια
διεφθαρμένη χώρα» είτε όχι, τα λόγια αυτά πιθανόν αντανακλούν τις
απόψεις που μοιράζονται κάποιοι «ευρωκράτες» με μια σημαντική μερίδα των
ελληνικών ελίτ. Επιπλέον, και ξανά σύμφωνα με τις απόψεις τους, αυτό
υπήρξε επίσης η αιτία της κρίσης. Εξ ου και, απο τη δικη τους σκοπιά, η
«ηρωική προσπάθεια της τρόικας και της κυβέρνησης να ξεριζώσουν τη
διαφθορά και να αναμορφώσουν εντελώς τη χώρα.

Δημόσιος τομέας και διαφθορά

Υπάρχουν βέβαια πολλά προβλήματα με το ελληνικό κράτος και με τον τρόπο που λειτουργεί το ελληνικό πελατειακό πολιτικό σύστημα.(6)
 Αλλά παρόμοια προβλήματα με το κράτος υπάρχουν στην Ιταλία και αλλού.
Ακόμη και στη Γερμανία μπορεί να έχει κανείς άσχημες εμπειρίες με τη
«γραφειοκρατία» – από τη φύση τους, ένα μεγάλο μέρος των νόμων και της
δημοκρατίας πράγματι χρειάζονται λεπτομερείς κανόνες και γραφειοκρατική
οργάνωση που μπορεί να φαίνονται λιγότερο αποτελεσματικά σε σχέση με τις
εμπορικές συναλλαγές (που όμως είναι χρήσιμα και παραγωγικά τελικά). Σε
κανέναν, βέβαια, δεν αρέσει η διαφθορά αλλά πολύ λίγα γνωρίζουμε για το
πώς μπορεί να καταπολεμηθεί και δεν πρέπει να τη συγχέουμε με το
μέγεθος του δημόσιου τομέα, καθώς όσο πλουσιότερη είναι μια χώρα τόσο
μεγαλύτερος τείνει να είναι ο δημόσιος τομέας ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Το γράφημα 1 απεικονίζει τον συνολικό αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων ως
ποσοστό της εργατικής δύναμης στις χώρες του ΟΟΣΑ για το 2000 και 2008.
Οι υπάλληλοι της γενικής κυβέρνησης είναι με μπλε χρώμα ενώ στις βυσσινί
στήλες συμπεριλαμβάνονται οι εργαζόμενοι στις δημόσιες επιχειρήσεις και
οργανισμούς (ΔΕΚΟ: πχ, ΟΣΕ και ΔΕΗ). Η Ελλάδα έχει λίγους υπαλλήλους
γενικής κυβέρνησης – λιγότερους από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα του
ΟΟΣΑ στο δείγμα – αλλά περισσότερους εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ από όσους
στη γενική κυβέρνηση, καθώς και υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων στις ΔΕΚΟ
από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Και πάλι όμως το συνολικό ποσοστό των
δημοσίων υπαλλήλων ήταν σημαντικά χαμηλότερο από εκείνα χωρών όπως η
Φινλανδία, η Σλοβενία και η Εσθονία και συγκρίσιμο με εκείνα της
Ουγγαρίας, της Σλοβακίας και της Τσεχίας.

Γράφημα 1: (μεγαλώνει με κλικ)
Εργαζόμενοι στο δημόσιο και ΔΕΚΟ ως ποσοστό του συνολικού εργατικού
δυναμικού (2000 και 2008). Οι μωβ μπάρες αντιπροσωπεύουν τους
εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ (απο το Γράφημα 21.2 στο OECD (2011).

Μια και σε άλλες χώρες πολλές από τις υπηρεσίες που στην Ελλάδα
προσφέρονται από δημόσιες επιχειρήσεις είναι ιδιωτικοποιημένες, δεν
είναι δυνατόν να συνάγουμε από αυτήν και μόνο την πληροφορία πως οι
δημόσιες επιχειρήσεις στην Ελλάδα απασχολούν υπερβολικά πολλούς
εργαζόμενους συγκριτικά με άλλες χώρες. Όμως, άλλα στοιχεία δείχνουν πως
πολλές δημόσιες επιχειρήσεις είναι χώροι πελατειακών διορισμών και
υπερβολικά υψηλών μισθών και συντάξεων. Δηλαδή, οι παχυλοί μισθοί και τα
υπερβολικά προνόμια στις ΔΕΚΟ μάλλον έχουν μεγάλη δόση αλήθειας. Οπότε,
μια βασική διάκριση ανάμεσα στις ΔΕΚΟ και τον στενό δημόσιο τομέα είναι
δικαιολογημένη. Οποιαδήποτε μέτρα κατά της διαφθοράς όπως και περικοπές
σε μισθούς και συντάξεις θα έπρεπε να είχαν πρώτα-πρώτα ως στόχο αυτές.

Ο ελληνικός στενός δημόσιος τομέας μπορεί να έχει τα σοβαρά προβλήματά
του όσον αφορά την εσωτερική οργάνωση και την ευθύνη προς τους πολίτες
αλλά αυτό είναι ένα τυπικό παράπονο σε όλες τις πλούσιες χώρες. Η
παραπληροφόρηση και η γενικευτική δαιμονοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων
είναι δυσανάλογες προς την πραγματικότητα και, σε τελική ανάλυση,
αυτοκαταστροφικές για τη χώρα. Δικαστές, δάσκαλοι, εφοριακοί,
αστυνομικοί, πυροσβέστες κι ένα πλήθος άλλων επαγγελμάτων είναι χρήσιμα
και αναγκαία για να λειτουργήσει η οικονομία. Όταν πληρώνεις δικαστές,
αστυνομικούς και εφοριακούς πολύ λιγότερο και το κάνεις με έναν τρόπο
που μπορεί να θεωρηθεί άδικος ακόμη και παράτυπος, δεν είναι και πολύ
πιθανό ότι θα βελτιώσεις την αποδοτικότητά τους και είναι πολύ πιθανό να
κάνεις τα προβλήματα της ιδιωτικής χρήσης των δημόσιων αξιωμάτων ακόμη
σοβαρότερα από όσο ήταν πριν αρχίσει η κρίση.

Είσοδος του ευρώ

Θα περνούσε η Ελλάδα όλα αυτά που βιώνει τα δυο τελευταία χρόνια
(και τις ακόμη χειρότερες συνθήκες που αναμένονται στο μέλλον) χωρίς το
ευρώ; Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο «Όχι». Το ευρώ επέτρεψε φτηνότερη
χρηματοδότηση από όση ήταν προηγουμένως διαθέσιμη για τις ελληνικές
κυβερνήσεις και πολλή από αυτήν αποκτήθηκε από το εξωτερικό αντί, όπως
γινόταν πριν, αποκλειστικά από εγχώριες πηγές. Αυτή η φτηνότερη
χρηματοδότηση και ο δανεισμός από το εξωτερικό είχαν ως άδηλο αποτέλεσμα
να γίνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις λιγότερο υπεύθυνες απ’ ό,τι πριν την
εισαγωγή του ευρώ. Καθόλου παράξενο – αν κρίνουμε από την
αποτελεσματική αποδιάρθρωση της επίλεκτης ΣΔΟΕ και άλλα πιο τολμηρά
μέτρα με προσλήψεις σε ΔΕΚΟ – που η διαφθορά αυξήθηκε και η κρατική
αποτελεσματικότητα μειώθηκε από τότε που εισήχθη το ευρώ.

Η πρόθεση του κ. Σημίτη και των άλλων αρχιτεκτόνων της ένταξης της
Ελλάδας στην Ευρωζώνη ήταν βέβαια τελείως διαφορετική. Ήλπιζαν πως το
ελληνικό κράτος θα γινόταν πιο υπεύθυνο και πιο συγκρατημένο στις
δημοσιονομικές του επιλογές, αν και οι δικές τους ενέργειες με την
ανταλλαγή (swap) της Goldman Sachs που βοήθησε να μειωθούν κάποια
προηγούμενα ελλείμματα του προϋπολογισμού έδωσαν μια γεύση του τι θα
ακολουθούσε.

Υπήρχε επίσης η ελπίδα πως το ευρώ θα σταθεροποιούσε τον πληθωρισμό και
θα ελάττωνε την αβεβαιότητα που γεννούσαν οι διακυμάνσεις των τιμών
συναλλάγματος. Αντί γι’ αυτά, έφερε τα καταστροφικά αποτελέσματα της
παρούσας κρίσης.

Αν η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα που αντιμετώπιζε δυσκολίες, θα μπορούσε να
ισχυριστεί κανείς ότι το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά δικό της και όχι του
ευρώ.7 Αλλά η μία χώρα μετά την άλλη εμφανίζονται να έχουν δυσκολίες.
Τα προβλήματα παραμόνευαν και βγήκαν στην επιφάνεια με την
χρηματοοικονομική κρίση και με την ύφεση που ακολούθησε. Το πρόβλημα της
Ελλάδας ήταν η δημοσιονομική της πολιτική και το εξωτερικό δημόσιο
χρέος μαζί με τη συνεχώς μειούμενη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Η Ιρλανδία,
αν κρίνουμε από τη σχέση χρέους-ΑΕΠ πριν την κρίση, ήταν η πιο υπεύθυνη
δημοσιονομικά χώρα της Ευρωζώνης. Εκεί οι ένοχοι κατά πως φαίνεται ήταν
η ιδιωτική υπερχρέωση και η φούσκα στα ακίνητα που δημιούργησαν
προβλήματα στις τράπεζες, στις οποίες η κυβέρνηση ακολούθως έδωσε
εγγυήσεις. Η Πορτογαλία είχε μέτρια αναλογία χρέους προς ΑΕΠ αλλά λόγω
«μόλυνσης» θεωρήθηκε από τις αγορές ομολόγων η πιο αδύναμη από τις
υπόλοιπες από άποψη μεγέθους, χαμηλής ανάπτυξης και δημοσιονομικών
παθογενειών. Η Ισπανία ήταν σχεδόν τόσο υπεύθυνη δημοσιονομικά όσο και η
Ιρλανδία και επίσης υπέφερε από τη φούσκα στα ακίνητα και υψηλό
ιδιωτικό χρέος. Η Ιταλία υποφέρει από υψηλό δημόσιο χρέος και σταθερά
χαμηλή ανάπτυξη τα τελευταία δέκα χρόνια.

Η Ελλάδα διέπραττε τις μεγαλύτερες παραβάσεις στα όρια των ελλειμμάτων
του προϋπολογισμού που προβλέπονταν από το Σύμφωνο Σταθερότητας και
Ανάπτυξης και είχε το υψηλότερο δημόσιο χρέος. Η ιρλανδική και ισπανική
κρίση μπορούν κατά κύριο λόγο να θεωρηθούν αποτέλεσμα μη ξεκάθαρης
εποπτείας των τραπεζών και κενών στις ευθύνες γι’ αυτές. Η Πορτογαλία
έπεσε θύμα της γενικής οικονομικής «αδιαθεσίας» που αισθανόταν από τότε
που υιοθέτησε το ευρώ και της δύναμης των «εκδικητών» των ομολόγων, ίσως
περισσότερο από οποιαδήποτε από τις άλλες χώρες μια και δεν υπήρξε κάτι
συγκεκριμένο που να έγινε λάθος. Αλλά όλες οι χώρες που βρίσκονται σε
κρίση είχαν, από την εισαγωγή του ευρώ ως νομίσματος, μια αύξηση του
συνολικού τους χρέους, είτε πρωταρχικά δημόσιο είτε ιδιωτικό, που
συνοδεύτηκε από μια αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Κατά
την ίδια χρονική περίοδο, αυτά τα ελλείμματα συνδυάστηκαν με μια αύξηση
του πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας
(8).

Το πρόβλημα για την Ευρωζώνη δεν είναι η διαφθορά της ελληνικής
κυβέρνησης ούτε η ιρλανδική αμέλεια. Αν η Ιρλανδία ή η Ελλάδα δεν ήταν
μέλη της Ευρωζώνης, μια άλλη περιφερειακή χώρα θα αντιμετώπιζε σοβαρά
προβλήματα και πολύ γρήγορα μάλιστα. Το πρόβλημα είναι δομικό: η
αδυναμία των θεσμών για μια νομισματική ένωση που απαρτίζεται από τόσο
διαφορετικές και ετερογενείς χώρες οι οποίες δεν έχουν άλλα οικονομικά
εργαλεία από τις προσαρμογές τιμών και αποδοχών που ιστορικά θεωρούνται
χονδροειδή όργανα άσκησης οικονομικής πολιτικής.9 Οι δημιουργοί του ευρώ
το είδαν πρώτα και κύρια ως ένα πολιτικό σχέδιο, ως μια προσπάθεια
εφαρμογής της πολιτικής ενοποίησης από την πίσω πόρτα. Η πολιτική
ενοποίηση όμως ποτέ δεν κατάφερε να πάρει τον δρόμο της και έχουμε τώρα
τα γνωστά, προβλέψιμα αποτελέσματα

Για να ανακεφαλαιώσουμε, χωρίς το ευρώ είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς
θα είχε επέλθει μια τόσο βαθιά κρίση. Αν η Ελλάδα είχε κρατήσει το
νόμισμά της, με μικρότερο δανεισμό από το εξωτερικό θα είχε πιθανόν
μικρότερη ανάπτυξη από όση είχε μέχρι το 2007 αλλά θα είχε τα εργαλεία
— την υποτίμηση του νομίσματός της — για να ανταπεξέλθει στην ύφεση
πολύ καλύτερα, χωρίς να βρίσκεται στα πρόθυρα της στάσης πληρωμών και
χωρίς να παραδίδει κάθε ίχνος εθνικής κυριαρχίας. Με πιο ακριβό και
εγχώριο — στο μεγαλύτερο μέρος του — δανεισμό, οι κυβερνήσεις της θα
είχαν ισχυρότερα κίνητρα να είναι δημοσιονομικά πιο υπεύθυνες και δεν θα
είχαν διαβρώσει ούτε τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό ούτε γενικά την ισχύ
του κράτους όσο το κατάφεραν από την εισαγωγή του ευρώ και μετά.

Μύθος 4ος: Αν η ελληνική κυβέρνηση ήταν ικανή, οι στόχοι του Μνημονίου δεν θα αποτύγχαναν.

Αυτός είναι ο μόνος μύθος που δεν αναπαράγεται από την ελληνική
κυβέρνηση. Είναι όμως κάτι που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι
άλλοι εγχώριοι και ξένοι υποστηρικτές της πολιτικής του Μνημονίου. Οι
στόχοι του Μνημονίου, πάντως, δεν θα μπορούσαν έτσι κι αλλιώς να είχαν
υλοποιηθεί γιατί οι εκτιμήσεις της τρόικας μονίμως υποτιμούσαν τις
επιπτώσεις των περικοπών του προϋπολογισμού.

Για παράδειγμα, τον Μάρτιο του 2011 η εκτίμηση του ΔΝΤ για την αύξηση
του ΑΕΠ το 2011 ήταν -3,0% και για το 2012 η εκτίμηση ήταν θετική 1%
ανάπτυξη (Βλ. IMF, 2011, Πίνακας 8). Τον περασμένο μήνα, όμως, οι
προκαταρκτικοί αριθμοί για την ετήσια ανάπτυξη [Σεπτέμβριος 2010 –
Σεπτέμβριος 2011] έδειχναν -7,0% ενώ οι εκτιμήσεις για το 2010 έχουν
γίνει αρνητικές. Όπως αναφέρουν οι Financial Times στις 22 Οκτωβρίου
2011, οι πιο πρόσφατες εμπιστευτικές εκτιμήσεις της τρόικας είναι ακόμη
χειρότερες.

Αφού η οικονομία συρρικνώνεται πολύ ταχύτερα από ό,τι αρχικά είχε
προβλέψει η τρόικα, η είσπραξη φόρων ήταν αναπόφευκτα χαμηλότερη από τα
προβλεπόμενα και οι δαπάνες ήταν υψηλότερες εξαιτίας των αυξημένων
εξόδων σε τομείς όπως των επιδομάτων ανεργίας. Αναπόφευκτα, λοιπόν, το
έλλειμμα του προϋπολογισμού γίνεται πολύ μεγαλύτερο από τις αρχικές
εκτιμήσεις, επισπεύδοντας φοβέρες και εκκλήσεις για πρόσθετες περικοπές
στον προϋπολογισμό και φόρους ώστε η κυβέρνηση να πάρει την επόμενη
δόση.

Δεν υπάρχει τέλος εν όψει για αυτόν τον αέναο κύκλο περικοπών, νέων
φόρων, περαιτέρω ύφεσης, μεγαλύτερων ελλειμμάτων από τα αρχικά
προβλεπόμενα, με νέες περικοπές και φόρους που αρχινάν τον κύκλο εκ
νέου.

Ακόμη κι αν η ελληνική κυβέρνηση ήταν εξαιρετικά ικανή, οι στόχοι θα
αποτυχαίνανε. Δεν είναι εξαιρετικά ικανή, αλλά και πάλι έχει εφαρμόσει
ένα μεγάλο αριθμό μέτρων που δεν ήταν καθόλου δημοφιλή και αντιμετώπισαν
ισχυρή αντίθεση. Τέτοια μέτρα ήταν:

• Αύξησε τον ΦΠΑ στο 23%, από το αρχικό 19% ή 13%, παρά τις εκκλήσεις
πως αυτό θα μείωνε την ανταγωνιστικότητα και πιθανόν τις εισπράξεις από
τον ΦΠΑ.
• Κατήργησε τους δύο επιπλέον μισθούς (Χριστούγεννα, Πάσχα και επίδομα
αδείας) και τους αντικατέστησε με ένα ελάχιστο μέρος του αρχικού ποσού.
• Παρόμοιες – σε ορισμένες περιπτώσεις μεγαλύτερες – περικοπές εφαρμόστηκαν και στις συντάξεις.
• Εξίσωσε τις συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες.
• Μείωσε το αφορολόγητο όριο από τα 12.000 στα 5.000 ευρώ.
• Μείωσε την έκπτωση φόρου λόγω ιατρικών δαπανών στο 20% (από το 40%) ακόμη και για εισοδήματα που αποκτήθηκαν το 2010.
• Αύξησε σημαντικά τα τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων από το 2010 και μετά.
• Εφήρμοσε μία καινούργια ειδική εισφορά «αλληλεγγύης» που κυμαίνεται από το 1 ως το 6% του εισοδήματος.
• Αύξησε τις τιμές των εισιτηρίων κατά 20% για τα λεωφορεία και 40% για τον υπόγειο σιδηρόδρομο.
• Μείωσε τις αποζημιώσεις απόλυσης που πληρώνουν οι εργοδότες του
ιδιωτικού τομέα μέχρι και 50% (ανάλογα με τον χρόνο προειδοποίησης).
• Εισήγαγε νέους φόρους πάνω στην ακίνητη περιουσία.

Είναι δύσκολο να φανταστούμε οποιαδήποτε κυβέρνηση σε οποιοδήποτε άλλο
μέρος του κόσμου να εφαρμόζει τόσα πολλά μέτρα μέσα σε τόσο μικρό
χρονικό διάστημα. Και αυτό είναι ένα δείγμα μόνο των μέτρων που
πάρθηκαν. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός πρόσθετων μέτρων που είτε δεν
έχουν εφαρμοστεί ακόμη είτε πρόκειται να ψηφιστούν από το Κοινοβούλιο.
Κι όμως η τρόικα και οι υπερασπιστές της εξακολουθούν να διαμαρτύρονται
πως η κυβέρνηση «δεν έχει κάνει αρκετά» ή «ολιγωρεί» και απαιτούν
περισσότερα.

Οι επικριτές ανησυχούν ιδιαίτερα για τον αργό ρυθμό των νομικών και
θεσμικών αλλαγών που αφορούν τις «απελευθερώσεις» είτε επειδή παίρνει
πολύ χρόνο να έρθουν τα νομοσχέδια στη Βουλή είτε επειδή καθυστερεί η
εφαρμογή των νόμων όταν έχουν ήδη ψηφιστεί. Εκτός από τις επί της ουσίας
ενστάσεις που μπορεί να προβάλει κανείς ενάντια στις μαζικές
«απελευθερώσεις», προκαλεί έκπληξη και το ότι αυτοί οι επικριτές
αναμένουν από μια καθόλου δημοφιλή κυβέρνηση να περάσει απλώς από την
πίσω πόρτα τέτοιες μεταρρυθμίσεις χωρίς σοβαρή κόντρα, ιδιαίτερα από μια
κοινωνία – πολλών συντηρητικών ψηφοφόρων μη εξαιρουμένων – που διαφωνεί
με τις περισσότερες από αυτές.

Τα οικονομικά αποτελέσματα των πολιτικών της τρόικας ήταν σε μεγάλο
βαθμό προβλέψιμα και η κριτική ότι η κυβέρνηση δεν επιδεικνύει τον
απαιτούμενο ζήλο στην προώθησή τους αποκαλύπτει, στην καλύτερη
περίπτωση, μια στοιχειώδη άγνοια των ορίων μιας δημοκρατικά εκλεγμένης
κυβέρνησης, η οποία προφανώς δεν μπορεί να έρθει σε πλήρη αντίθεση με
τις επιθυμίες του εκλογικού σώματος. Και πάλι είναι δύσκολο να
αποκρυπτογραφηθεί η συμπεριφορά της τρόικας και το πώς εξυπηρέτησε τον
μακροπρόθεσμο στόχο της επιβίωσης της Ευρωζώνης ως έχει σήμερα ή
οτιδήποτε παραπλήσιο. Θα μπορούσε να ήταν απλώς ένας συνδυασμός
γραφειοκρατικής αδράνειας, παραδειγματικής «τιμωρίας» υποτιθέμενων
«αμαρτωλών» και παροχής δικαιώματος σε κάποια καλά δικτυωμένα συμφέροντα
να κερδοσκοπήσουν εκμεταλλευόμενα τη δύσκολη θέση της Ελλάδας. Η
τακτική τού να ρίχνουν την ευθύνη για όλα τα προβλήματα στην ελληνική
κυβέρνηση, πάντως, πρόσφατα φαίνεται να έχει αλλάξει αισθητά καθώς
βαθμιαία οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συνειδητοποίησαν πως το πρόβλημα
είναι πράγματι δομικό και οι φοβέρες και απειλές προς τον Έλληνα Υπουργό
Οικονομικών δεν θα σώσει την Ευρωζώνη.

Μύθος 5ος: Ακολουθώντας τις συνταγές της τρόικας η Ελλάδα θα επιστρέψει στον δρόμο της ευημερίας.

Εκτός από τις πιο άμεσες περικοπές στον προϋπολογισμό και τις αυξήσεις
φόρων, οι πολιτικές της τρόικας περιλαμβάνουν 1) μειώσεις μισθών και
τιμών. 2) νομικές και θεσμικές αλλαγές που στοχεύουν στην «απελευθέρωση»
της αγοράς εργασίας και άλλων αγορών παραγωγικών συντελεστών. και 3)
ιδιωτικοποίηση δημόσιας περιουσίας. Θα συζητήσω εν συντομία κάθε μία από
αυτές τις πολιτικές, τους φαινομενικούς τους στόχους και τις
ενδεχόμενες επιπλοκές. Ύστερα θα συνοψίσω τις πιθανές μακροπρόθεσμες
συνέπειές τους.

Συνέπειες των μειώσεων μισθών και τιμών

Ο βασικός στόχος της μείωσης μισθών και τιμών είναι να γίνει η
οικονομία διεθνώς ανταγωνιστική. Αυτή είναι η αποκαλούμενη πολιτική της
εσωτερικής υποτίμησης, σε αντιδιαστολή με την εξωτερική υποτίμηση, όπου
μια χώρα γίνεται ανταγωνιστική μέσω της υποτίμησης του νομίσματός της,
κάτι το οποίο προφανώς η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει μέσα στην Ευρωζώνη.

Όπως είναι ήδη φανερό, η συμπίεση αποδοχών με τέτοιο τρόπο είναι
οδυνηρή, υπόκειται σε σημαντική αντίσταση και απαιτεί την ανατροπή
μεγάλου μέρους της υπάρχουσας εργατικής νομοθεσίας. Ωστόσο, η ήδη μεγάλη
μείωση αποδοχών δεν έχει μεταφραστεί σε μια μείωση τιμών. μετά από
περισσότερους από δεκαοχτώ μήνες λιτότητας, ο πληθωρισμός είναι ακόμη
στο 2,5%.

Είναι γνωστό πως οι προσπάθειες εσωτερικής υποτίμησης οδηγούν σε
υφεσιακές καταστάσεις με υψηλή ανεργία που κρατάει χρόνια. Η παρούσα
εμπειρία της Ελλάδας στην Ευρωζώνη είναι παρόμοια με αυτήν της Μεγάλης
Βρετανίας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν η στερλίνα επέστρεψε με
βάναυσο τρόπο στην προ του πολέμου ισοτιμία του Χρυσού Κανόνα. Κι όμως
όλοι οι κόποι, όπως είχε προειδοποιήσει ο Κέινς, πήγαν χαμένοι καθώς η
χώρα χρειάστηκε να εγκαταλείψει ξανά τον Χρυσό Κανόνα μετά το Κραχ (Βλ.
πχ, Ahamed , 2009). Ένα βασικό στοιχείο που κάνει την εσωτερική
υποτίμηση πολύ δύσκολη είναι πως, καθώς μισθοί και τιμές πέφτουν, η αξία
των χρεών δεν προσαρμόζεται. Αυτό κάνει τα χρέη ακόμη πιο δυσβάσταχτα,
οδηγώντας σε μεγαλύτερες μειώσεις στην κατανάλωση και σε στάσεις
πληρωμών, τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν σε περιστολή των πιστώσεων,
περαιτέρω συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και αύξηση της
ανεργίας. Έπειτα, ο κύκλος επαναλαμβάνεται χωρίς ορατό τέλος.

Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα θα βοηθούσε να καταλάβουμε. Σκεφτείτε
έναν εργαζόμενο με εισόδημα πριν την κρίση 1000 ευρώ που έχει ένα δάνειο
με δόσεις 300 ευρώ τον μήνα και άλλα πάγια έξοδα για οικιακές ανάγκες
100 ευρώ τον μήνα. Αυτό θα του άφηνε 600 ευρώ τον μήνα για τα υπόλοιπα
έξοδα. Τώρα λογαριάστε μία μείωση 20% — 200 ευρώ — στο μηνιαίο του
εισόδημα. Αυτό του αφήνει 400 ευρώ τον μήνα για όλα τα υπόλοιπα έξοδα,
το οποίο σημαίνει 33% μείωση σε πραγματική κατανάλωση και άλλα έξοδα.
Δηλαδή, η ποσοστιαία μείωση της κατανάλωσης πιθανότατα θα είναι
υψηλότερη από την ποσοστιαία μείωση των μισθών και τέτοιες μειώσεις
είναι αναμενόμενο να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία.

Επιπλέον, μερικοί από τους εργαζόμενους σαν αυτόν του παραδείγματός
μας θα βρεθούν άνεργοι και είναι αυτοί που πιθανόν να σταματήσουν να
πληρώνουν τα δάνειά τους και να χάσουν τα σπίτια τους, προξενώντας μ’
αυτόν τον τρόπο περαιτέρω περιστολή των πιστώσεων με πρόσθετο αντίκτυπο
στην οικονομία. Αυτή η διαδικασία αποπληθωρισμού χρέους (debt deflation)
είναι ένα αναπόσπαστο μέρος των εσωτερικών υποτιμήσεων που τις καθιστά
θεμελιωδώς διαφορετικές από τις εξωτερικές υποτιμήσεις και τελικά σχεδόν
ποτέ δεν λειτουργούν.

Ένας άλλος παράγοντας που συνήθως δεν λαμβάνεται υπόψη στις
οικονομικές αναλύσεις αλλά συχνά έχει επιπρόσθετες αρνητικές οικονομικές
επιπτώσεις είναι η τα αυξημένα επίπεδα κοινωνικών συγκρούσεων. Αυτός ο
παράγοντας εκδηλώνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: αύξηση του
κοινού και του οργανωμένου εγκλήματος, απεργίες, στάσεις εργασίας,
παθητική αντίσταση. Τέτοιες δραστηριότητες έχουν ως άμεσο ή έμμεσο
αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής αλλά ταυτόχρονα επιφέρουν μια δική
τους αρνητική δυναμική στην οικονομία. Μπορεί ήδη κανείς να δει σε
κεντρικές περιοχές της Αθήνας τέτοια φαινόμενα ως αποτέλεσμα της
ανεξέλεγκτης εγκληματικότητας.

Απελευθέρωση και φιλελευθεροποίηση

Οι νομικές και θεσμικές αλλαγές που επιβάλλει η τρόικα έχουν ως
σκοπό να διευκολύνουν την εσωτερική υποτίμηση μέσω της κατάργησης πολλών
εργατικών νόμων και ταυτόχρονα να επιφέρουν δομικές αλλαγές στην
οικονομία που υποτίθεται θα συμβάλουν στην ανάπτυξη. Παραδείγματα
δομικών αλλαγών που προωθήθηκαν περιλαμβάνουν την «απελευθέρωση» των
ταξί και των φορτηγών με την κατάργηση στην ουσία της άδειας που
απαιτούνταν για αυτά τα επαγγέλματα. Παρ’ όλο που οι ταξιτζήδες δεν
είναι οι πιο αγαπητοί επαγγελματίες στην Ελλάδα και τυχόν βελτιώσεις
στις υπηρεσίες που παρέχουν θα ήταν καλοδεχούμενες, δυσκολεύεται κανείς
να δει με ποιον τρόπο οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις θα οδηγούσαν σε
ουσιαστικά καλύτερη παροχή υπηρεσιών ενώ υπάρχει ο κίνδυνος να υπάρξει
οπισθοδρόμηση αντί για βελτίωση.

Όσο για τις μαζικές αλλαγές στην εργατική νομοθεσία, ανεξάρτητα από
την άποψη που έχει κανείς για το πόσο αποτελεσματικές ή δίκαιες είναι,
ούτε έχουν καμιά λαϊκή υποστήριξη ούτε καμιά από αυτές ήταν μέρος του
εκλογικού προγράμματος της κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, δύσκολα θα
εντάσσονταν σε μια πολιτική που σέβεται τα στοιχειώδη δημοκρατικά
δικαιώματα των πολιτών.

Ποτέ, όμως, δεν προωθήθηκε μια μεταρρύθμιση της λιανικής αγοράς και
του χονδρεμπορίου των βασικών καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών, η δομή
των οποίων είναι σε μεγάλο βαθμό ολιγοπωλιακή. Και σ’ αυτό το πρόβλημα
πιθανόν οφείλεται η εμμονή του πληθωρισμού.

Ιδιωτικοποιήσεις

Υπάρχει η ελπίδα ότι η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας θα
φέρει 50 δισεκατομμύρια ευρώ και μάλιστα σε πολύ λίγα χρόνια. Το ερώτημα
όμως είναι ποιος θα αγοράσει δημόσιες επιχειρήσεις με υψηλό χρέος και
δύσκολες εργασιακές σχέσεις ή ακίνητα του δημοσίου με περιοριστικές
ρήτρες που ενδεχομένως να εγείρουν νομικές αγωγές; Οτιδήποτε πουλιέται
τα επόμενα χρόνια θα είναι με καθαρούς τίτλους και υψηλής αξίας αλλά σε
συμπιεσμένες τιμές. Αυτό με τη σειρά του πιθανόν να εγείρει μελλοντικές
αγωγές από τη μεριά των διευθυντών της εταιρείας ιδιωτικοποιήσεων και
άλλων.

Συνολικά αποτελέσματα

Τελικά τι μπορούμε να περιμένουμε συνεχίζοντας στον δρόμο που υπαγορεύει η τρόικα;

• Συνεχιζόμενη πτώση εισοδημάτων, ανεργία, με κάποια μείωση των
τιμών των εγχώριων αγαθών και υπηρεσιών. Η πτώση πιθανότατα θα
συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον, ιδιαίτερα λόγω και της αναμενόμενης
δημογραφικής μείωσης. Οι νέοι και όσοι μπορέσουν να βρουν εργασία στο
εξωτερικό θα εγκαταλείψουν τη χώρα. Έτσι, τα πιο παραγωγικά τμήματα της
κοινωνίας θα σταματήσουν να συνεισφέρουν, μειώνοντας κι άλλο τους φόρους
και ασκώντας πρόσθετη πίεση στα δημόσια οικονομικά, στις συντάξεις και
στις κοινωνικές υπηρεσίες.

• Ακόμη και με ένα γενναιόδωρο κούρεμα του υφιστάμενου δημόσιου
χρέους, η συνεχιζόμενη μείωση του εισοδήματος της χώρας δεν θα ελαφρύνει
το βάρος του δημόσιου χρέους. Για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση,
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα αναλάβουν τις θέσεις κλειδιά στον
δημοσιονομικό μηχανισμό της χώρας.

• Είτε λόγω των κουρεμάτων που επιβάλλονται στο δημόσιο χρέος ή λόγω
των πάρα πολλών επισφαλών δανείων σε ιδιώτες (εξ αιτίας της διαδικασίας
του αποπληθωρισμού χρέους που περιγράψαμε παραπάνω), οι ελληνικές
τράπεζες πρώτα θα εθνικοποιηθούν και ύστερα θα πουληθούν σε ιδιώτες.
Αυτοί οι ιδιώτες πιθανότατα θα είναι ξένοι, χωρίς τους δεσμούς εκείνους
που κάνουν τις τράπεζες να ανταποκρίνονται στις τοπικές ανάγκες.

• Όλες οι σημαντικές αποφάσεις που αφορούν τον ελληνικό λαό θα
παίρνονται εκτός Ελλάδας. Στη χώρα θα υπάρχει μόνο μια επίφαση
δημοκρατίας, αυτοδιακυβέρνησης και εθνικής κυριαρχίας, όπως συμβαίνει
τους τελευταίους δεκαοχτώ μήνες. Αυτό, πάντως είναι το ειρηνικό σενάριο,
που αγνοεί τις συνέπειες που συνήθως έχει μια παρατεταμένη έλλειψη
κυβερνητικής νομιμοποίησης: κοινωνικό χάος αλλά και κινήματα αντίστασης.

Η πρώην ανατολική Γερμανία έχει χάσει τους νέους της και τους πιο
παραγωγικούς κατοίκους της προς όφελος της πρώην Δυτικής Γερμανίας και
του Βερολίνου. Αυτοί που μείνανε πίσω είναι κυρίως οι γέροι, οι
ανήμποροι και εκείνοι που απασχολούνται σε κυβερνητικές θέσεις. Σήμερα,
είκοσι χρόνια και πλέον από τη γερμανική επανένωση, μια κυρία από την
Ανατολική Γερμανία ισχυρίζεται πως μπορεί να ξεχωρίσει τους Ανατολικούς
από τους Δυτικούς, ιδίως τους άντρες: «Οι Δυτικογερμανοί είναι πολύ πιο
περήφανοι. Περπατάν καμαρωτά. Οι Ανατολικογερμανοί συνήθως
καμπουριάζουν. Οι Δυτικοί πιστεύουν πως οι Ανατολικογερμανοί είναι
τεμπέληδες.» (Lewis, 2011)

Ακολουθώντας τον σημερινό δρόμο, το μέλλον της Ελλάδας είναι
παρόμοιο με το παρόν της Ανατολικής Γερμανίας, μείον τις επιδοτήσεις από
το Βερολίνο, μείον το δικαίωμα ψήφου στις γερμανικές εκλογές και όλα τα
άλλα πλεονεκτήματα της γερμανικής υπηκοότητας, αλλά με την προσθήκη
ενός εξοντωτικού δημόσιου χρέους.

Μύθος 6ος: Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα ήταν το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα.

Το να έχεις το δικό σου νόμισμα συγκεντρώνει αρκετά πλεονεκτήματα
που είχαν υποτιμηθεί κατά τα χρόνια της μεγάλης ανάπτυξης της Ευρωζώνης.

Πρώτα απ’ όλα, οι οικονομολόγοι συμφωνούν πως ο ευκολότερος
μηχανισμός για να αποκτήσει μια χώρα διεθνή ανταγωνιστικότητα είναι η
υποτίμηση του νομίσματός της. Με έξοδο από την Ευρωζώνη, αυτοκίνητα και
i-phones θα ακριβύνουν αλλά τα τρόφιμα θα μπορούσαν και να φθηνύνουν.
Για την ακρίβεια, η εισαγωγή του ευρώ έφερε στρεβλώσεις στις σχετικές
τιμές που οι οικονομολόγοι ακόμη και σήμερα δυσκολεύονται να κατανοήσουν
και η εισαγωγή μιας νέας δραχμής ίσως εν μέρει βοηθήσει στη διόρθωση
αυτών των στρεβλώσεων. Ανεξάρτητα από αυτό, πάντως, τα οφέλη από το να
έχεις δικό σου νόμισμα ως έναν τρόπο προσαρμογής στους διεθνείς
κραδασμούς και τον διεθνή ανταγωνισμό είναι πολύ γνωστά και ποσοτικά
καθόλου ευκαταφρόνητα.

Δεύτερον, η ύπαρξη δικού σου νομίσματος υποδηλώνει ότι εναρμονίζεις
τη νομισματική σου πολιτική με τις άμεσες ανάγκες της χώρας, αντί να
αποφασίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες της πιο ισχυρής χώρας της
νομισματικής ένωσης οι οποίες είναι μάλλον απίθανο να ευθυγραμμίζονται
με τις δικές σου. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περιόδους ύφεσης και
κρίσης σαν αυτή που βιώνει σήμερα η Ελλάδα.

Τρίτον, η εμπειρία των δεκαοχτώ τελευταίων μηνών έδειξε με σαφήνεια
πως το να είσαι στην Ευρωζώνη δεν είναι απαραίτητα συμβατό με τη
δημοκρατία στην Ελλάδα και με την εθνική κυριαρχία (10). Όπως συζητήσαμε
και παραπάνω (Μύθος 5ος), αν ακολουθηθεί ο σημερινός δρόμος, δεν
πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Η μόνη περίπτωση να παραμείνει η Ελλάδα
στην Ευρωζώνη και οι Έλληνες να έχουν κάποιο λόγο στα τεκταινόμενα είναι
να έχουμε πολιτική ενοποίηση ολόκληρης της Ευρωζώνης με πλήρη
δημοκρατικά δικαιώματα για όλους τους πολίτες των συμμετεχόντων χωρών. 
Κάτι τέτοιο θα έδινε δημοκρατική νομιμοποίηση στην Ευρωζώνη, αν και θα
σημαίνε το τέλος όλων των εθνικά κυρίαρχων κρατών. Ωστόσο, ούτε καν απλή
πολιτική ενοποίηση δεν είναι πιθανή, πόσω μάλλον πολιτική ενοποίηση με
δημοκρατία σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Η δημοκρατική νομιμοποίηση και η εθνική αυτοδιάθεση δεν είναι απλώς
κάποιες αφηρημένες έννοιες που δεν σχετίζονται με την καθημερινότητα των
ανθρώπων και την εργασία τους. Για τον έμπορο υποδηλώνουν πως η
κυβερνητική πολιτική για τις τράπεζες και τη ρευστότητα γενικά παίρνει
υπόψη της τα συμφέροντά του. Για τον εργαζόμενο ότι η ανησυχία του για
την ανεργία και τον πληθωρισμό θα γίνει ακουστή στην Αθήνα αντί (να μην
ακουστεί) στο Βερολίνο, στη Φρανκφούρτη ή στις Βρυξέλες. Οι βιομήχανοι
θα έχουν επίσης την ευκαιρία να γίνουν ακουστοί και να επηρεάσουν τα
πολιτικά πράγματα.

Έτσι, οικονομικοί λόγοι, δημοκρατική νομιμοποίηση, εθνική
αυτοδιάθεση, ακόμη και στοιχειώδης αξιοπρέπεια, όλα σχετίζονται μεταξύ
τους και δείχνουν προς ένα εθνικό νόμισμα. Οι περισσότεροι από όσους
εναντιώνονται στην έξοδο από την Ευρωζώνη ανησυχούν κυρίως για το κόστος
της μετάβασης.
Δεν θα γίνει ακόμη πιο βαρύ το εξωτερικό χρέος
λόγω υποτίμησης; Πώς θα προσαρμοστούν οι τράπεζες στη νομισματική
αλλαγή; Πώς θα εισάγει η χώρα είδη πρώτης ανάγκης όπως πετρέλαιο και
φαρμακευτικά προϊόντα; Τι θα συμβεί με τις τραπεζικές καταθέσεις; Δεν θα
δημιουργήσουν όλα αυτά ένα απόλυτο χάος;

Οι παραπάνω, και πολλές άλλες, είναι όλες δικαιολογημένες ερωτήσεις.
Το σημαντικό είναι τώρα να δούμε πόσο ικανοί, έντιμοι και έτοιμοι να
υπερασπιστούν τα ελληνικά συμφέροντα θα είναι εκείνοι που θα χειριστούν
τη μετάβαση. Πόσο γρήγορα και ευέλικτα θα προσαρμόζονται στα απρόβλεπτα
προβλήματα που θα ανακύπτουν. Κατά πόσο θα μπορούν να εξηγήσουν στον
ελληνικό λαό της πράξεις τους έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές
αντιδράσεις. Μια εντελώς ανεξέλεγκτη και απρογραμμάτιστη έξοδος από την
Ευρωζώνη θα είναι χαοτική και πολύ πιο οδυνηρή από μια ελεγχόμενη και
προγραμματισμένη αποχώρηση.

Ας επιστρέψουμε στις ερωτήσεις για τη μεταβατική περίοδο, αρχίζοντας
από το ζήτημα του βάρους του χρέους. Όπως προαναφέρθηκε, σχεδόν όλο το
εκτός τρόικας χρέος διέπεται από τους ελληνικούς νόμους και συνάφθηκε
στο εθνικό νόμισμα της χώρας το οποίο ήταν το ευρώ πριν τη μετάβαση
αλλά, μετά την μετάβαση, όλα τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία
και χρέη θα εκφραστούν στο νέο νόμισμα στην ισοτιμία που θα θεσπιστεί
την πρώτη μέρα της μετάβασης. Θα υπάρξουν επιχειρήματα υπέρ και κατά της
έκφρασης των παλιών χρεών σε «νέες δραχμές» αλλά η τελική διευθέτηση
της διαφωνίας θα είναι στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων. Αφού
τα άλλα χρέη και τα τραπεζικά διαθέσιμα θα εκφραστούν επίσης σε νέες
δραχμές, θα είναι δύσκολο να βρει κανείς επιχειρήματα για να μη γίνει το
ίδιο με το δημόσιο χρέος. Αυτή η μετονομασία των χρεών θα είναι ένα
κίνητρο για τις άλλες χώρες να μην ενθαρρύνουν μιαν άκαιρη και
αδικαιολόγητη υποτίμηση της νέας δραχμής.

Η προσαρμογή του τραπεζικού συστήματος θα πάρει κάποιον χρόνο με
πολλές περιπλοκές που δεν μπορούν να προβλεφθούν προκαταβολικά, αλλά
τίποτα δεν θα είναι αξεπέραστο. Όπως ανέφερε ο πρώην πρόεδρος της
Τσεχίας Βάκλαβ Κλάους, με βάση την εμπειρία του από τη διάλυση της
Τσεχοσλοβακίας και τη νομισματική μετάβαση εκεί, η έξοδος από την
Ευρωζώνη δεν θα παρουσιάσει ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα.

Φυσικά, θα πρέπει να επιβληθούν κεφαλαιακοί έλεγχοι και να παρθούν
άλλα μέτρα ώστε να καταμεριστεί ξένο συνάλλαγμα για την εισαγωγή ειδών
πρώτης ανάγκης.

Οι τραπεζικές καταθέσεις θα προσαρμοστούν αυτόματα στο νέο νόμισμα
όπως θα γίνει και με όλα τα εγχώρια χρέη. Αναπόφευκτα, οι καθαροί
πιστωτές [net creditors] θα χάσουν λίγο και οι καθαροί οφειλέτες [net
debtors] θα κερδίσουν βραχυπρόθεσμα αλλά ακόμη και οι καθαροί πιστωτές
ίσως αποκομίσουν κέρδη μακροπρόθεσμα καθώς η οικονομία θα αναπτυχθεί
ταχύτερα παρά αν παρέμενε η χώρα στην Ευρωζώνη.

Η μετάβαση θα είναι δύσκολη και οδυνηρή αλλά, αν γίνουν σωστοί
χειρισμοί, η οδύνη θα είναι βραχυπρόθεσμη. Με το δικό τους νόμισμα η
Τράπεζα της Ελλάδος και η κυβέρνηση θα μπορέσουν να χορηγήσουν την
απόλυτα αναγκαία ρευστότητα σε μια εγχώρια αγορά που αυτή τη στιγμή
πεθαίνει εξ αιτίας της σοβαρότατης έλλειψης πιστώσεων και ρευστότητας. Η
αυξημένη ρευστότητα μαζί με τα ευεργετικά αποτελέσματα της υποτίμησης
μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών, της μείωσης των εισαγωγών και της
αύξησης των εξαγωγών θα ξαναζωντανέψουν την οικονομία και θα αυξήσουν
την απασχόληση. Βέβαια, η κυβέρνηση θα πρέπει να διαπραγματευτεί μια
λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αυξημένη ρευστότητα και τη συγκράτηση του
πληθωρισμού σε λογικά επίπεδα.

Ενώ πολύ οικονομολόγοι που βρίσκονται εκτός της Ευρωζώνης,
συμπεριλαμβανομένων προσωπικοτήτων όπως ο Πολ Κρούγκμαν και ο Μάρτιν
Φέλντσταϊν, αναγνωρίζουν τα οφέλη ή ακόμη και την αναγκαιότητα εξόδου
της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, οι περισσότεροι οικονομολόγοι εντός αυτής
αποφεύγουν επιμελώς ακόμη και να αναφερθούν στο ζήτημα. Μερικές μελέτες
τραπεζών παρουσιάζουν μάλλον ζοφερά σενάρια. Η UBS (UBS, 2011),
παραδείγματος χάρη, υποστηρίζει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα μειωθεί στο μισό
αν βγει από την ευρωζώνη. Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός πως το
ελληνικό ΑΕΠ θα μπορούσε να πάει στο μισό αυτού που ήταν το 2009
ακολουθώντας τον δρόμο που συνιστά η τρόικα, η υπόθεση που κάνει η
μελέτη είναι πως οποιαδήποτε υποτίμηση της νέας δραχμής θα συνοδευτεί
αμέσως από αυξημένους δασμούς εκ μέρους των χωρών της ΕΕ. Τέτοια απειλή
αντεκδίκησης αναφέρεται και από άλλους.

Το ερώτημα είναι ποιος θα είχε συμφέρον να εφαρμόσει μια τέτοια
αντεκδικητική τακτική, να τη συντονίσει σε όλη την ΕΕ και τι θα
υποδήλωνε κάτι τέτοιο για το σημερινό διεθνές εμπορικό σύστημα; Για να
εμπλακούν σε μια τέτοια διαδικασία αντεκδίκησης, θα έπρεπε να
συμφωνήσουν όλες οι χώρες της ΕΕ, τη στιγμή που κάποιες από αυτές
σκέπτονται σοβαρά να βγουν από την Ευρωζώνη οι ίδιες. Γιατί να θέλουν
στην ουσία να αποκλείσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο για τους εαυτούς τους;
Επιπλέον, τέτοιοι αντεκδικητικοί δασμοί θα είχαν σοβαρές επιπλοκές όχι
μόνο για το μέλλον της ΕΕ αλλά για το σημερινό παγκοσμιοποιημένο διεθνές
σύστημα εμπορίου. Θα ήταν η αρχή του τέλους για τον κόσμο όπως τον
ξέρουμε σήμερα και κάθε χώρα θα ήθελε να προστατεύσει τον εαυτό της και
τον λαό της από το επερχόμενο τσουνάμι.

Αυτό στην πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι ένα πρόσθετο
επιχείρημα στο να έχει η Ελλάδα το δικό της νόμισμα, έτσι ώστε να
διατηρήσει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία στην οικονομική της πολιτική, σε
έναν πολύ λιγότερο παγκοσμιοποιημένο και πιθανόν φτωχότερο κόσμο.

Τελικά, θα πρέπει να σημειωθεί πως η Ευρωζώνη μπορεί να διαλυθεί
ανεξάρτητα από το τι θα κάνει η Ελλάδα Οι πραγματικές εναλλακτικές
λύσεις είναι είτε η πολιτική ενοποίηση ή η διάλυση. Οτιδήποτε ανάμεσο
δεν θα είναι βιώσιμο, ούτε πολιτικά ούτε οικονομικά. Εφ’ όσον η
ενοποίηση δεν φαίνεται στον ορίζοντα, το ζήτημα είναι κατά κύριο λόγο
πότε και πώς θα συμβεί η διάλυση.

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το ποιος έχει την κυβέρνηση, είναι
επιτακτική ανάγκη η Τράπεζα της Ελλάδος και το Υπουργείο Οικονομικών να
έχουν ομάδες που να επεξεργάζονται ένα σενάριο εξόδου από την Ευρωζώνη,
Αυτό θα μπορούσε πραγματικά να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια χαοτική
και μια οργανωμένη έξοδο.

Τέλος, μια στάση πληρωμών και έξοδος από την Ευρωζώνη δεν θα έπρεπε
να γίνει με ανοιχτή αντιπαράθεση απέναντι στη Γερμανία και τις άλλες
χώρες της Ευρωζώνης. Άπαξ και μια τέτοια κίνηση γίνει ξεκάθαρη ή
αναπόφευκτη από τις περιστάσεις όπως πολύ πιθανά θα συμβεί, θα είναι
προς το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων μερών οι εξελίξεις να είναι όσο
πιο ομαλές γίνεται. Υπάρχουν πολλοί οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες
στη Γερμανία που θα εύρισκαν μια τέτοια πιθανότητα ευπρόσδεκτη και
αμοιβαία επωφελή για την Ελλάδα, τη Γερμανία και για το μέλλον μιας πιο
συνεκτικής και βιώσιμης Ευρωζώνης. Επίσης, δεν θα υπήρχε λόγος να
εγκαταλείψει η Ελλάδα την ΕΕ ή κάποια άλλα μέλη να απαιτήσουν την
αποπομπή της. Τα σενάρια Αποκάλυψης που κυκλοφορούν κάποιοι είναι
κάποιες φορές απλώς μέρος μιας διαπραγματευτικής τακτικής ορισμένων για
να εμποδίσουν μία πλευρά να κάνει αυτό που δεν θέλει να κάνει, αλλά δεν
έχουν απαραίτητα και πολλή σχέση με την πραγματικότητα.
Μύθος 7ος: Στις διαπραγματεύσεις της με την τρόικα η ελληνική κυβέρνηση έχει πολύ μικρή διαπραγματευτική ισχύ.

«Αν χρωστάς στην τράπεζα εκατό χιλιάδες δολάρια, ανήκεις στην
τράπεζα. Αν χρωστάς στην τράπεζα εκατό εκατομμύρια δολάρια, η τράπεζα
σού ανήκει.» (Αμερικάνικη παροιμία)
Η Ελλάδα χρωστάει αρκετά
χρήματα σε ξένους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ώστε κι αν ακόμη δεν
της «ανήκουν», τουλάχιστον έχει αρκετή διαπραγματευτική ισχύ για να
διαπραγματευτεί καλύτερους όρους στην πληρωμή των ομολόγων και να κάνει
ηπιότερες τις απαιτήσεις λιτότητας της τρόικας. Βέβαια, οι γαλλικές και η
γερμανικές τράπεζες όπως και η ΕΚΤ έχουν την υποστήριξη του γαλλικού
και του γερμανικού κράτους.
Αλλά, τότε, εκτός από τις
τραπεζικές απώλειες έχει και την απειλή μιας «μολυσματικής» εξάπλωσης
στα ομόλογα των άλλων κρατών καθώς και μιας αβεβαιότητας που θα
προέκυπτε μετά από μια ελληνική στάση πληρωμών και θα αφορούσε όσους
έχουν υποχρεώσεις σε συμβόλαια αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου (Credit
Default Swap CDS). Ο φόβος «μολυσματικής» εξάπλωσης μαζί με τα
προβλήματα από CDS θα πάγωναν τις διατραπεζικές αγορές του Βορείου
Ημισφαιρίου.

Πέρα από την απειλή που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η Ελλάδα για
στάση πληρωμών και έξοδο από την Ευρωζώνη, υπάρχουν άλλοι δύο σημαντικοί
όροι που βελτιώνουν τη διαπραγματευτική θέση και καθιστούν μία απειλή
αξιόπιστη. Πρώτον, πρέπει να έχεις την πίστη πως τα συμφέροντά σου
διαφέρουν από του αντιπάλου σου, και ο αντίπαλός σου το ξέρει αυτό. Αν
εσύ προσωπικά πιστεύεις ότι οι αντιπρόσωποι της τράπεζας θα σε «σώσουν»
επειδή είναι καλόκαρδοι, ακόμη και να χρωστάς στην τράπεζα εκατό
εκατομμύρια δολάρια, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο πως ποτέ δεν θα σου
ανήκει. Πάλι εσύ θα ανήκεις στην τράπεζα. Δεύτερον, πρέπει να
προετοιμάσεις τη δική σου πλευρά για την έσχατη απειλή που διαθέτεις,
ώστε η άλλη πλευρά να έχει τον δικαιολογημένο φόβο ότι θα
πραγματοποιήσεις την απειλή σου. Αν δεν φέρεις τον δικηγόρο σου κι
όποιους άλλους ειδικούς όταν διαπραγματεύεσαι με την τράπεζα και δεν
είσαι έτοιμος να σηματοδοτήσεις ότι είσαι αποφασισμένος για χρεοκοπία,
πώς περιμένεις να σε πάρει η τράπεζα στα σοβαρά;

Όπως αναλύσαμε παραπάνω, η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε κηρύξει στάση
πληρωμών οποιαδήποτε στιγμή μέσα στα δύο τελευταία χρόνια και θα
μπορούσε αυτό να το είχε χρησιμοποιήσει ως αξιόπιστη απειλή στις
διαπραγματεύσεις της με την τρόικα. Αλλά η ελληνική κυβέρνηση προφανώς
δεν εκπλήρωσε κανέναν από τους δύο σημαντικούς αναγκαίους όρους για
πετυχημένη διαπραγμάτευση.

Πρώτον, υιοθέτησε το πλαίσιο και ίσως τους στόχους της τρόικας και
ακόμη και της λαϊκίστικης Bild για τη χώρα και τους Έλληνες. Τα
κυβερνητικά στελέχη εμφανίστηκαν να αγνοούν τη διαφορά ανάμεσα στους
στόχους των τραπεζών, της τρόικας και του λαού που υποτίθεται
εκπροσωπούσαν αυτά τα τελευταία δύο χρόνια. Ίσως να παρασύρθηκαν από τη
ρητορική περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» και «είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτή
την προσπάθεια». Τέτοιες διακηρύξεις μπορεί να είναι χρήσιμες αλλά δεν
μπορεί να τις πάρει κανείς σοβαρά όταν προετοιμάζει τη διαπραγματευτική
του θέση.

Χωρίς συνειδητοποίηση των διαφορετικών στόχων, δεν μπορούν να γίνουν
βήματα για τη δημιουργία μιας ισχυρής ελληνικής διαπραγματευτικής
θέσης. Αντί να δρα κανείς ανεξάρτητα, γίνεται διανοητικός αιχμάλωτος της άλλης πλευράς.

Χωρίς συνειδητοποίηση των διιστάμενων στόχων, ο γραφειοκρατικός
μηχανισμός δεν μπορούσε να κατευθυνθεί στην παραγωγή στοιχείων και
επιχειρημάτων που θα διευκόλυναν τα ελληνικά συμφέροντα. Αν οι ειδικοί
του ΔΝΤ ήθελαν να εφαρμόσουν την τυποποιημένη συνταγή που χρησιμοποίησαν
σε άλλες χώρες, η κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε βρει επιχειρήματα για τη
ζημιά που οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις θα προξενούσαν στην Ελλάδα.
Παραδείγματα γι’ αυτό θα αποτελούσαν η ζημιά που θα προκαλούσαν κάποιες
αλλαγές στην αγορά εργασίας του ιδιωτικού τομέα και τα υποτιθέμενα 50
δισεκατομμύρια ευρώ που θα απέφεραν οι ιδιωτικοποιήσεις.

Στην προετοιμασία για την έσχατη απειλή της στάσης πληρωμών και της
εξόδου από την Ευρωζώνη απαιτείται ο σχηματισμός μιας ομάδας ειδικών
μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και με απόλυτη μυστικότητα. Τέτοια
προετοιμασία επιβάλλει να αναπτυχθούν διάφορα σενάρια, να «παιχτούν» και
να δοκιμαστεί η ευρωστία των διαφορετικών προσεγγίσεων. Παραδείγματα
των μυριάδων ζητημάτων που θα πρέπει να μελετηθούν συμπεριλαμβάνουν το
πώς θα εφαρμοστούν αποτελεσματικοί κεφαλαιακοί έλεγχοι σε περίπτωση
εξόδου από την Ευρωζώνη, το πώς θα γίνουν μετατροπές των τραπεζικών
συστημάτων πληρωμών, το πώς θα χορηγηθεί ρευστότητα στην οικονομία.

Βέβαια, πρέπει να πιστεύεις και ο ίδιος πως είσαι διατεθειμένος να πραγματοποιήσεις την απειλή σου αν η
άλλη πλευρά είναι διατεθειμένη να φθάσει στα άκρα και να δώσεις με
τρόπο στην άλλη πλευρά να καταλάβει πως έχει προετοιμαστεί και είσαι
διατεθειμένος να πας κι εσύ μέχρι το τέλος.

Δεν υπάρχουν στοιχεία ή άλλες έμμεσες ενδείξεις ότι τα μέλη της
κυβέρνησης που κατείχαν τις πιο καίριες θέσεις είτε πιστεύανε στη
διαπραγμάτευση ή είχαν κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες για να
βελτιώσουν τη διαπραγματευτική τους θέση απέναντι στην τρόικα.

Δεν πρέπει λοιπόν να μας προκαλεί καμιά έκπληξη που ο τωρινός
Υπουργός Οικονομικών προκάλεσε δυο φορές το γέλιο – τον Ιούνιο και τον
Σεπτέμβριο – όταν προσπάθησε να «διαπραγματευτεί» με την τρόικα. Πώς
μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν αυτός και η κυβέρνησή του δεν ήταν
πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν απειλές, πόσω μάλλον να πιστέψουν σ’ αυτές;

Εκφράζονται απόψεις πως η κυβέρνηση χρειάζεται τεχνοκράτες που θα
πάρουν το τιμόνι της χώρας και θα τη βγάλουν απ’ αυτούς τους δύσκολους
καιρούς. Ενώ οι ομάδες ειδικών που προαναφέρθηκαν χρειάζονται
τεχνοκράτες, χρειάζονται επίσης να καθοδηγηθούν από εκείνους που
πιστεύουν πως τα συμφέροντα των Ελλήνων δεν συμπίπτουν με εκείνα της
τρόικας και είναι διατεθειμένοι να τα υπερασπιστούν.

Μερικοί επιφυλακτικοί παρατηρητές καθώς και κάποιοι υποστηρικτές της
ατολμίας της κυβέρνησης θέτουν το ζήτημα των πιθανών απειλών στην
εθνική ασφάλεια που ίσως προέλθουν από κάποιες ξένες κυβερνήσεις αν η
ελληνική κυβέρνηση ήταν να ακολουθήσει μια σκληρή γραμμή στις
διαπραγματεύσεις.

Ας επισημάνουμε πρώτα απ’ όλα πως πολύ πρόσφατα χώρες όπως η
Ισλανδία και η Ουγγαρία τήρησαν σκληρή στάση απέναντι στις επιθυμίες της
Μεγάλης Βρετανίας και της Ολλανδίας (στην περίπτωση της Ισλανδίας) και
ενάντια στο ΔΝΤ στην περίπτωση της Ουγγαρίας. Η Μεγάλη Βρετανία και η
Αγγλία μάλιστα προχώρησαν σε ανοιχτές απειλές αν η Ισλανδία δεν πλήρωνε
για τις ζημιές που υπέστησαν τράπεζες συγγενείς των ισλανδικών τραπεζών
σ’ αυτές τις δύο χώρες. Ο λαός της Ισλανδίας, λοιπόν, αντίθετα προς τις
συστάσεις της τρομοκρατημένης πολιτικής τους ηγεσίας, ψήφισαν να μην
πτοηθούν από τις απειλές. Κι όμως. Τίποτα δεν συνέβη στην Ισλανδία.
Ίσα-ίσα, προετοιμάζεται να ενταχθεί στην ΕΕ. Και ούτε στην Ουγγαρία
συνέβη τίποτα κακό.

Οι απειλές στην εθνική ασφάλεια της Ελλάδας θα προέρχονταν προφανώς
από την Τουρκία. Δεν είναι σαφές αν η Γερμανία ή κάποια άλλη χώρα θα
είχε συμφέρον να δαπανήσει τεράστιους διπλωματικούς και άλλους πόρους να
πείσει μιαν άλλη χώρα – την Τουρκία – να επιτεθεί στην Ελλάδα, αν η
Ελλάδα ήταν να κηρύξει στάση πληρωμών και να βγει από την ευρωζώνη. Τι
θα κέρδιζε από κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα αφού έχει ήδη συμβεί ένα
ανεπιθύμητο γεγονός κατόπιν εορτής; Επιπλέον, η Τουρκία παραείναι
απασχολημένη αυτόν τον καιρό και είναι εξαιρετικά ασαφές το πώς θα
βελτίωνε τη δική της θέση επιτιθέμενη σε έναν υποτιθέμενο σύμμαχό της.
Συμπερασματικά σχόλια

Είτε εν γνώσει τους είτε αγνοώντας το, η ελληνική κυβέρνηση και ο
ευρείας κυκλοφορίας Τύπος επαναλαμβάνουν τους περισσότερους από τους
μύθους που διατυπώθηκαν και συζητήθηκαν παραπάνω. Τους χρησιμοποιούν για
να δικαιολογήσουν την πολιτική που έχουν ακολουθήσει μέχρι τώρα και τα
μέτρα που σκοπεύουν να ψηφίσουν και να εφαρμόσουν στο μέλλον.

Οι μύθοι διευκολύνουν επίσης την σχεδόν ολοκληρωτική απουσία
διαλόγου για εναλλακτικές προτάσεις στο δρόμο της τρόικας. Οι βουλευτές
που ψηφίζουν οτιδήποτε τούς ζητάει η τρόικα χρησιμοποιούν ως φύλο συκής
ένα συνδυασμό μύθων και απουσίας καλοεπεξεργασμένων εναλλακτικών
προτάσεων.

Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης στο κοινοβούλιο είναι επίσης κατά
ένα μέρος υπεύθυνα για αυτή την κατάσταση. Διαμαρτύρονται και
αντιτίθενται στις σημερινές πολιτικές αλλά σπάνια αμφισβητούν τους
μύθους με συνεπή, οργανωμένο και διανοητικά έντιμο τρόπο. Επιπλέον, δεν
έχουν παρουσιάσει πειστικές εναλλακτικές λύσεις που θα μπορούσαν να
πείσουν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ να αποσχιστούν ή να δημιουργήσουν τις
συνθήκες για μια συμμαχική κυβέρνηση που θα ακολουθούσε ένα γνήσια
διαφορετικό δρόμο.

Δεν είναι σαφές το γιατί οι παρανοήσεις για εξαιρετικά σημαντικές
αποφάσεις πολιτικής μπορούν και διατηρούνται μέσα σε μια φιλελεύθερη
δημοκρατία με αρκετά ελεύθερο Τύπο. Δεν μπορώ να εξηγήσω πλήρως
ικανοποιητικά αυτό το φαινόμενο εδώ, αλλά ορισμένες μικρές παρατηρήσεις
ίσως βοηθήσουν σε μια αρχική κατανόηση του προβλήματος.

Από την έναρξη της κρίσης, οι Έλληνες κυβερνητικοί αξιωματούχοι και
το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου υιοθέτησε τις παρανοήσεις. Στη συνέχεια, ο
καθένας που επιχειρηματολογούσε εναντίον μιας συγκεκριμένης παρανόησης
είχε συνήθως να αντιμετωπίσει μια σειρά ερωτήσεων οι οποίες βασίζονταν
σε άλλες παρανοήσεις, πράγμα που εξασθένιζε το αρχικό επιχείρημα. Για
παράδειγμα, όταν κάποιος υποστηρίζει ότι η χρεοκοπία δεν θα ήταν κάτι
κακό, αντιμετωπίζει μια σειρά ερωτήσεων για το πόσο αχάριστοι θα ήμασταν
απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους μας οι οποίοι προσπαθούν να μας
«σώσουν»· για το πώς η τρόικα έχει ένα καλό σχέδιο το οποίο θα απαλλάξει
τη χώρα από τη διαφθορά και θα την οδηγήσει πάλι στην ευημερία· για το
πώς η χρεοκοπία οδηγεί έξω από την ευρωζώνη, κάτι που είναι, ασφαλώς, ό,
τι χειρότερο μπορεί να συμβεί· και ούτω καθεξής. Δηλαδή, οι μύθοι
εναντίον των οποίων επιχειρηματολόγησα δουλεύουν συνεργικά,
αλληλοτροφοδοτούμενοι, συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον. Όταν πιστεύει
κάποιος τον ένα τείνει να πιστεύει και τους άλλους. Όταν, λοιπόν, η
κυρίαρχη αφήγηση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης προωθεί τους περισσότερους
από αυτούς τους μύθους, είναι δύσκολο για ένα πρόσωπο ή ακόμη και για
μια οργάνωση να επιχειρηματολογήσει αποτελεσματικά εναντίον τους χωρίς
να αναπτύξει τη δική του ολοκληρωμένη αφήγηση ή αντιπροτάσεις, κάτι που
απαιτεί χρόνο.

Επιπλέον, ακόμη και όταν η κυβέρνηση βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση στο
εξωτερικό και στο εσωτερικό συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο του
κρατικού μηχανισμού. Τότε είναι που έχει λόγους να ασκήσει αυτή την
εξουσία με τρόπο που δεν θα ασκούσε υπό ομαλές συνθήκες. Μπορεί να
επηρεάσει τους φύλακες των ευρείας κυκλοφορίας μέσων ενημέρωσης, και
αυτοί με τη σειρά τους μπορούν να επηρεάσουν ποιος θα εμφανιστεί και με
ποιον τρόπο θα εμφανιστεί στην τηλεόραση και στις μεγάλες εφημερίδες.
Αυτοί που εμφανίζονται τελικά στα μέσα ενημέρωσης και που θα ήταν
κανονικά επικριτικοί πρέπει να σκεφτούν περισσότερο από το κανονικό για
το τι θα πουν και πώς θα το πουν, με τρόπο που δεν θα προσβάλει τον
τηλεοπτικό οικοδεσπότη τους. Κάποιοι δημοσιογράφοι, ειδικοί και
πανεπιστημιακοί μπορεί να αυτολογοκριθούν ή και να μην εκφράσουν γνώμη
φοβούμενοι ότι θα γίνουν αμφιλεγόμενοι ή θα προσβάλλουν κάποιους
συναδέλφους τους.

Υπάρχουν ενδείξεις, πάντως, πιθανόν κατά ένα μέρος ως αποτέλεσμα της
λαϊκής πίεσης και του βάρους της πραγματικότητας, ότι έχει αρχίσει να
χαλαρώνει η κυριαρχία των περισσότερων μύθων στα ευρείας κυκλοφορίας
μέσα ενημέρωσης.

Αυτό δίνει τη δυνατότητα σε παραγκωνισμένους πολιτικούς ή σε αυτούς
που βρίσκονται σε δυσμένεια ή εκτός Βουλής, σε πανεπιστημιακούς, και σε
άλλους με επιρροή να σταματήσουν να συναινούν στην επανάληψη των μύθων
και να μιλήσουν όταν έχουν μια γνήσια διαφορετικά άποψη.

Ολοκληρώνω με ορισμένες βασικές συνέπειες για το μέλλον των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν κατά των επτά μύθων:

• Η σημερινή πορεία του χρέους δεν είναι βιώσιμη και έτσι η
χρεοκοπία είναι αναπόφευκτη. Θα αποτελούσε έκπληξη αν η προσωρινή
συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου για το διαφημιζόμενο κούρεμα 50% φέρει
σημαντική μείωση στο δημόσιο χρέος (βλέπε υποσημ. 2 για τους λόγους).
Επιπλέον, όπως ακριβώς συνέβη με τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, δεν είναι
πιθανό ότι τελικά θα συμφωνήσει η μεγάλη πλειοψηφία των κατόχων
ομολόγων. Είτε συμφωνήσουν είτε όχι, η επίπτωση στο ελληνικό δημόσιο
χρέος και στη βιωσιμότητά του θα είναι μικρή. Συνεπώς, η χώρα θα
χρειαστεί μια πολύ μεγαλύτερη μείωση στο χρέος και αυτό είναι απίθανο να
γίνει «εθελοντικά» δεκτό από τους κατόχους ομολόγων.

• Η συνέχιση της παρούσας πορείας θα απαιτήσει αδιάκοπη λιτότητα στο
ορατό μέλλον χωρίς τη δυνατότητα να φανεί κάποιο «φως στο βάθος του
τούνελ». Όλες οι σημαντικές δημοσιονομικές αποφάσεις θα ληφθούν έξω από
τη χώρα. Οι νέοι και οι προσοντούχοι που μπορούν να βρουν δουλειά στο
εξωτερικό θα μεταναστεύσουν, αφήνοντας πίσω έναν γερασμένο, λιγότερο
παραγωγικό, με μεγαλύτερες ανάγκες, συρρικνούμενο πληθυσμό ο οποίος θα
πρέπει να αντέξει ένα συντριπτικό βάρος από το χρέος.

• Επομένως, η υποχρεωτική στάση πληρωμών με πρωτοβουλία της Ελλάδας
είναι η πιο ρεαλιστική εναλλακτική λύση στις «εθελοντικές» αλλά
αναποτελεσματικές χρεοκοπίες που κατά καιρούς συμφωνούνται σε συνόδους
κορυφής της ευρωζώνης. Μια τέτοια στάση πληρωμών δεν θα είχε σχέση με
τις πλασματικές εκατοστιαίες περικοπές οι οποίες μοιάζουν να είναι
κυρίως πρωτοβουλίες Δημοσίων Σχέσεων από μια ηγεσία της ευρωζώνης που
δεν έχει να προσφέρει τίποτα άλλο. Θα επιτρέψει την άμεση παύση πληρωμών
τόκων και έτσι θα αποφύγει κάποιες περικοπές στον προϋπολογισμό και θα
περιορίσει τη συνεχιζόμενη υποχώρηση του εισοδήματος. Θα μετατρέψει
επίσης την Ελλάδα σε έναν δραστήριο, κεντρικό συμμέτοχο στις
διαπραγματεύσεις για το χρέος της, αντί να αποτελεί η χρεοκοπία ένα θέμα
ιδιωτικής συζήτησης μεταξύ της Γερμανίδας Καγκελαρίου και του Γάλλου
Προέδρου.

• Μια τέτοια στάση πληρωμών θα ήταν πολύ δύσκολο να στηριχθεί εντός
της ευρωζώνης καθώς η Ελλάδα θα έπρεπε να εξαρτιέται από τη συνεχιζόμενη
χρηματοδότηση από την ΕΚΤ για την υποστήριξη των ελληνικών τραπεζών και
ασφαλιστικών ταμείων. Αυτό και άλλοι παράγοντες θα περιόριζαν πολύ τη
διαπραγματευτική δύναμη της Ελλάδας να μειώσει το χρέος της, κι έτσι
πιθανόν να αναιρούσαν τα οφέλη από την υποχρεωτική στάση πληρωμών.
Αντίθετα, έχοντας το δικό της νόμισμα, η χώρα θα έχει τη δυνατότητα να
στηρίξει καλύτερα τις τράπεζές της και τα ταμεία, καθώς και να έχει τα
άλλα πλεονεκτήματα τα οποία συζήτησα.

Η στάση πληρωμών με πρωτοβουλία της Ελλάδας και η έξοδος από την
ευρωζώνη θα απαιτήσει γρήγορο και εκτενή προγραμματισμό για την
αποτελεσματική εφαρμογή τους και επίσης πίστη εκ μέρους της κυβέρνησης
ότι πρόκειται για τη σωστή πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα. Η
παρούσα κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει τέτοια πολιτική, αφού
είναι ξεκάθαρο ότι τα μέλη της δεν έχουν τέτοια πεποίθηση ή τέτοιο
προσανατολισμό. Μια συμμαχική κυβέρνηση που διαθέτει πλατειά υποστήριξη
και περιλαμβάνει πολιτικές προσωπικότητες από τη δεξιά έως την αριστερά,
καθώς και προσωπικότητες ευρείας αποδοχής, θα ήταν η καταλληλότερη για
να ξετυλίξει το νήμα μέσα στο δύσκολο μονοπάτι που βρίσκεται εμπρός. Μια
τέτοια κυβέρνηση θα μπορούσε να κινητοποιήσει τον πληθυσμό ώστε να
δεχτεί τις θυσίες που είναι απαραίτητες βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα,
μια και θα ήταν σε θέση να προσφέρει μια εναλλακτική πορεία στην οποία η
κυβέρνηση και ο λαός θα είχαν τουλάχιστον ένα λέγειν για το αποτέλεσμα.
Ως δώρο, θα μπορούσε ακόμη και να επιφέρει τις θεμελιώδεις αλλαγές στη
διακυβέρνηση τις οποίες όλοι σχεδόν ζητούν στην Ελλάδα, αλλά τις οποίες
δεν μπορεί να προσφέρει το υπάρχον, καταρρέον πολιτικό σύστημα.

Καθηγητής Οικονομικών

University of California, Irvine

Αρχική έκδοση στην Αγγλική, 28 Οκτωβρίου, 2011, και μετάφραση στα Ελληνικά. (1)

(1) Ευχαριστώ
θερμά τον Παναγιώτη Αλεξανδρίδη για την απόδοση του κειμένου στα
Ελληνικά. Για συζητήσεις και σχόλια ευχαριστώ τους Jean-Paul Carvalho,
Michelle Garfinkel, Γκίκα Χαρδούβελη, David Hewitt, Κώστα Λαπαβίτσα,
Θωμά Μούτο, Gary Richardson, Νικόλα Σαμπάνη και Φάνη Τσουλούχα. Κανένας
τους δεν είναι υπεύθυνος (και μερικοί διαφωνούν) με τις ιδέες και
επιχειρηματολογίες του κειμένου.

(2) Ένα κούρεμα
50% δεν θα έφερνε σημαντική μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Υπάρχουν δύο ζητήματα με τη (υπερβολική φιλολογία περί κουρεμάτων.
Πρώτον, δεν ισχύουν για χρέη προς την τρόικα ή για ομόλογα που έχει στην
κατοχή της η ΕΚΤ και ίσως κάποιοι άλλοι δημόσιοι φορείς. Έτσι, ένα
κούρεμα 50% αυτού του μέρους του χρέους θα εφαρμοζόταν σε ένα τμήμα του
συνολικού χρέους. Δεύτερον, ένα κούρεμα 50% του εναπομείναντος χρέους
δεν σημαίνει 50% μείωση του αρχικού κεφαλαίου [αρχικού ποσού του
δανείου] (αν και θα έπρεπε να ήταν έτσι αν επρόκειτο για μια καθαρή
μείωση της λογιστικής αξίας του χρέους [write-down]). Αντί γι’ αυτό,
έχουμε να κάνουμε με ένα συνδυασμό επιμήκυνσης των ομολόγων (π.χ.,
διπλασιασμό από τα 15 στα 30 χρόνια) μέσω έκδοσης νέων ομολόγων με
χαμηλότερο επιτόκιο και μια ίσως μικρή μείωση του αρχικού κεφαλαίου.
Οπότε, το «εκτιμώμενο» κούρεμα εξαρτάται από το προεξοφλητικό επιτόκιο
και όσο ψηλότερο είναι αυτό, τόσο πιο μικροσκοπική είναι η Παρούσα Αξία
των πληρωμών που τα ομόλογα θα φέρουν στο μέλλον και ως εκ τούτου τόσο
μεγαλύτερο το εννοούμενο ή εκτιμώμενο «κούρεμα» σήμερα. Στη συμφωνία της
21ης Ιουλίου, για παράδειγμα, χρησιμοποιήθηκε προεξοφλητικό επιτόκιο 9%
για να φτάσουν στο υποτιθέμενο κούρεμα του 21%, ενώ ένα πιο συνηθισμένο
προεξοφλητικό επιτόκιο (σαν αυτά που ισχύουν στην αγορά) θα έβγαζε σε
ένα περίπου 10% του χρέους προς ιδιώτες. Άρα, δεν μπορούμε να
υπολογίσουμε ακριβώς την πραγματική μείωση του χρέους αν δεν γνωρίζουμε
ακριβώς ποιο μέρος του χρέους εξαιρείται από τις διαπραγματεύσεις, τους
ακριβείς όρους με τους οποίους τα παλαιά ομόλογα ανταλλάσσονται με νέα
και το προεξοφλητικό επιτόκιο που χρησιμοποιείται στους υπολογισμούς.

(3) Αν, όπως τον
παλιό καιρό, ο δανειστής μπορούσε να διεκδικήσει όλα τα περιουσιακά
στοιχεία ενός δανειολήπτη ή ακόμη και να τον καταστήσει δουλοπάροικο του
ώστε να εξασφαλίσει πλήρη αποπληρωμή, τότε ο δανειστής δεν θα είχε
κίνητρο να παρέχει δάνεια με υψηλές πιθανότητες αποπληρωμής και θα
χρησιμοποιούσε τον δανεισμό κυρίως ως μια μορφή απόκτησης των
περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη, συμπεριλαμβανομένης πιθανόν και
της εργασίας του.

(4) Για μια πιο
εκτεταμένη ανάλυση για τα αναμενόμενα κέρδη και οφέλη όλων των
εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένων των πολιτών των άλλων χωρών της
Ευρωζώνης, βλ. Σκαπέρδας (2011).

(5) Αρχικά, αυτή η
εγχώρια αγορά ομολόγων θα είχε προέλθει από υπάρχοντα περιουσιακά
στοιχεία, κυρίως από τραπεζικά αποθέματα. Για να συνεχιστεί αυτή η
πρακτική για τα επόμενα χρόνια θα έπρεπε να γίνει μια σημαντική αύξηση
των αποταμιευτικών επιτοκίων στην Ελλάδα. Η αγορά των κυβερνητικών
ομολόγων θα είχε μειώσει τα αποθέματα των ελληνικών τραπεζών οι οποίες
με τη σειρά τους θα προκαλούσαν έναν συνδυασμό απομόχλευσης (: μείωσης
των ξένων σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια) και χρηματοδότησης από την ΕΚΤ ή
μέσω της Τράπεζας της Ελλάδας χρησιμοποιώντας τον μηχανισμό έκτακτης
παροχής ρευστότητας (ELA). Η μείωση των τραπεζικών αποθεμάτων έχει γίνει
έτσι κι αλλιώς χωρίς αυτό το πρώιμο σενάριο στάσης πληρωμών.

(6)Κατσίμη και
Μούτος (2010) παρέχουν μια επισκόπηση της εγχώριας πολιτικής οικονομίας
της Ελλάδας πριν και μετά την υιοθέτηση του ευρώ.

(7) Οι επόμενες τρεις παράγραφοι στηρίζονται εν μέρει στο Σκαπέρδας (2011

(8)Βλ. Research on Money and Finance (2010, Fig. 14, 27

(9) Βλ. Ahamed,
2009, για μια συζήτηση περί της επίπονης και επίμονης προσπάθειας της
Μεγάλης Βρετανίας να επιστρέψει στον Χρυσό Κανόνα με τιμές συναλλάγματος
που ίσχυαν πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

(10) Όπως
αναπτύχθηκε από τον Rodrik (2011) και εξειδικεύτηκε για την Ευρωζώνη από
τον O’Rourke (2011), υπάρχει ένα θεμελιώδες «τρίλημμα» ανάμεσα στη
δημοκρατία, την εθνική αυτοδιάθεση και την οικονομική παγκοσμιοποίηση.
Δεν μπορείς να έχεις και τα τρία ταυτόχρονα. Όντας μέλος της Ευρωζώνης
(παράδειγμα οικονομικής παγκοσμιοποίησης), κανονικά εκχωρείς ένα μέρος
της εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας ακόμη και η
δημοκρατία έχει διαβρωθεί σημαντικά εφ’ όσον όλες οι σοβαρές αποφάσεις
που υπαγορεύονται από την τρόικα ψηφίζονται παρά την ισχυρή λαϊκή
αντίθεση και αναμφίβολα στην περίπτωση των σημαντικών ψηφοφοριών χωρίς
την πλειοψηφία των 2/3 που απαιτούνται από το Σύνταγμα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Ahamed, Liaquat (2009), Lords of Finance: The Bankers Who Broke the World, Penguin Press, New York.

Feldstein, Martin (2011) “Vaclav Klaus and the Euro,” March, NBER. http://www.nber.org/feldstein/essaysinhonorofVaclavKlaus.pdf

International Monetary Fund (IMF) (2011), Greece: Third Review Under the Stand-By Arrangement, Country Report No. 11/68, March.

Katsimi, Margarita and Moutos, Thomas (2010), “EMU and the Greek
Crisis,” European Journal of Political Economy, December, 26(4),
568-576.

Lewis, Michael (2011), “It’s the Economy, Dummkopf!,” Vanity Fair, September.

http://www.vanityfair.com/business/features/2011/09/europe-201109

OECD (2011), Government at a Glance, OECD Publishing. http://www.oecd-ilibrary.org/governance/government-at-a-glance-2011_gov_glance-2011-en

O’Rourke, Kevin H. (2011), “A Tale of Two Trilemmas,” Trinity College Dublin, March.

Research on Money and Finance (2010), “Eurozone Crisis: Begar Thyself
and ThyNeighbour,” C.Lapavitsas, A. Kaltenbrunner, D. Lindo, J. Michell,
J.P.Painceira, E. Pires, J. Powell, A. Stenfors, N. Teles, Occasional
Report 1, March. www.researchonmoneyandfinance.org

Rodrik, Dani (2011), The Globalization Paradox: Democracy and the Future of the World Economy, W.W.Norton, New York.

UBS, (2011), “Euro break-up – the consequences,” UBS Investment Research, Global Economic Perspectives, September.

Skaperdas, Stergios, “Policymaking in the Eurozone and the Core vs.
Periphery Problem,” CESifo Forum, 2/2011, 12-18 – downloadable in:
http://www.cesifogroup.de/portal/page/portal/ifoHome/bpubl/b2journal/30publforum/_publforum?item_link=forumindex2-11.htm

Archaeopteryx, Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011 (Επτά Μύθοι για την Κρίση του (Ελληνικού) Χρέους) 

Reuters: Γκουρού οικονομολόγος μιλάει για παγκόσμια θερμή ένοπλη κρίση

Reuters: Γκουρού οικονομολόγος μιλάει για παγκόσμια θερμή ένοπλη κρίση

Ο γνωστός για τις επιτυχημένες προβλέψεις του, guru του
αμερικανικού hedge fund, Hayman Capital Management, Kyle Bass, αναμένει
«θερμή» κατάληξη της έκρηξης του παγκόσμιου χρέους με έναν μεγάλο
πόλεμο.

 «Όλο αυτό θα τελειώσει με πόλεμο», δήλωσε ο Bass, ιδρυτής του Hayman
Capital Management με έδρα το Ντάλας και θεωρούμενος από πολλούς
ανώτερος στις αναλύσεις του και πλέον ακριβής σε ότι αφορά την κατάληξή
τους και από τον Ν.Ρουμπινί.

«Δεν ξέρω ποιος θα πολεμήσει ποιον αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος πως τα
επόμενα χρόνια θα δούμε να ξεσπούν πόλεμοι και μάλιστα όχι μικροί», είπε
σε ομιλία του σε συνέδριο.

Όπως μεταδίδει το Reuters, o Bass στηρίζει την πρόβλεψη του
στο γεγονός ότι το χρέος της πιστωτικής αγοράς έχει ανέλθει στο 340% του
παγκόσμιου ΑΕΠ, επισημαίνοντας πως «ο κόσμος δεν είχε ζήσει ποτέ στο
παρελθόν ειρηνικά με τέτοιο φορτίο και ειναι πρακτικά αδύνατον να συμβεί
κάτι άλλο πέρα από πόλεμο. Ειδικά οι ΗΠΑ μπορεί να δουν μια θερμή
σύγκρουση ως απόδραση από το αδιέξοδο του χρέους».

Ο ίδιος εξηγεί πως «Ορισμένες κοινωνίες δεν θα αντέξουν τις
πιέσεις τη στιγμή που χρέος τρισεκατομμυρίων δολαρίων θα πρέπει να
αναδιαρθρωθεί, επιφέροντας βαριές απώλειες σε εκατομμύρια επενδυτών.
Αυτό αλλάζει μόνο με πόλεμο»

Ο Jean-Dominique Giuliani, επικεφαλής του Robert Schuman
Foundation, ενός φιλοευρωπαϊκού think tank με έδρα το Παρίσι, λέει πως
οι δύσκολες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να συνεχιστούν διότι η κρίση δεν
εμφανίζει σημάδια εξασθένισης.

Ο Charles Robertson, επικεφαλής οικονομολόγος της Renaissance
Capital στο Λονδίνο είναι μεταξύ αυτών που αναρωτιούνται πόσα
περισσότερα είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν οι ψηφοφόροι. Ο ίδιος προβλέπει
έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ το τρέχον έτος, ενώ δεν αποκλείει να
ακολουθήσει η Ισπανία έως τα τέλη του 2014.

Δηλαδή βλέπουμε να επανέρχονται τα σενάρια εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και κατάρρευσης της ευρωζώνης.

ΣΟΚ: Φοιτήτριες κάνουν στοματικό σεξ στις τουαλέτες για ένα ποτό

Πραγματικά, είναι απίστευτη η καταγγελία από ιδιοκτήτη καφετέριας στα Γιάννινα. 

Ωστόσο ο ίδιος επιμένει πως είναι αληθινή.

Επιπλέον και άλλοι μαγαζάτορες επιβεβαιώνουν πως γίνεται το ίδιο και στις δικές τους καφετέριες.

Σύμφφωνα με το katoci.com, φοιτήτριες στα Γιάννινα κάνουν στοματικό σεξ στις τουαλέτες καφετεριών, για ένα ποτό.

Εκεί μας κατάντησαν…

Στην πλήρη ξεφτίλα…

Είναι διαπιστωμένο ότι όπου ανεβαίνει ο δείκτης της φτώχειας, εκεί παρατηρείται και αύξηση της πορνείας και της ανηθικότητας.
Newsbomb, Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012 (ΣΟΚ: Φοιτήτριες κάνουν στοματικό σεξ στις τουαλέτες για ένα ποτό)