Κάτι λείπει από το «κάδρο»

Παρατήρηση πρώτη: To 1923 εκδηλώθηκε στο Μόναχο το λεγόμενο «πραξικόπημα της μπυραρίας». Ο Χίτλερ συνελήφθη αλλά παρότι οι νόμοι της (αστικής κοινοβουλευτικής) Δημοκρατίας της Βαϊμάρης προέβλεπαν ακόμα και την ποινή του θανάτου για το έγκλημά του, έμεινε στη φυλακή – σε υπερπολυτελές κελί – μόλις 8 μήνες, πλήρωσε 500 μάρκα πρόστιμο, και αφέθηκε ελεύθερος. Δέκα χρόνια αργότερα και αφού είχε αξιοποιήσει όλες τις νόμιμες διαδικασίες της (αστικής κοινοβουλευτικής) Δημοκρατίας της Βαιμάρης, ο Χίτλερ διορίστηκε Καγκελάριος.

Αν η ιστορική γνώση παρέχει στοιχειώδη πολιτική επίγνωση, τότε το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι: η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία κάθε άλλο παρά αποτελεί αδιαπέραστη ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στον φασισμό.
Μήπως υπερβάλουμε;
Αντί άλλης απόδειξης ας ανατρέξουμε (και) στα καθ’ ημάς: Πριν φτάσουμε στην «4η Αυγούστου» και στην κήρυξη της φασιστικής μεταξικής δικτατορίας είχε προηγηθεί η 16η Απρίλη του 1936. Τότε τα δυο μεγάλα κόμματα, το Λαϊκό κόμμα (σ.σ.: σαν να λέμε η «Νέα Δημοκρατία» της εποχής…) και το κόμμα των Φιλελευθέρων (σ.σ.: σαν να λέμε το «ΠΑΣΟΚ» της εποχής…), συνέπραξαν. Εφαρμόζοντας όλους τους τύπους της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας διόρισαν πρωθυπουργό τον φασίστα Μεταξά που δεν διέθετε στη Βουλή παρά μόλις 7 βουλευτές. Κάπως έτσι οικοδομήθηκε το κράτος της «4ης Αυγούστου» που ο ίδιος ο Μεταξάς το περιγράφει στα ημερολόγιά του ως εξής:

«Η Ελλάδα έγινε ένα Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό…».

Παρατήρηση δεύτερη: Στον αγγελικά πλασμένο καπιταλιστικό κόσμο μας 737 πολυεθνικά μονοπώλια κατέχουν το 80% του παγκόσμιου πλούτου. Εντούτοις ο Λένιν, εκατό σχεδόν χρόνια από την διαπίστωσή του ότι ο καπιταλισμός έχει περάσει στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, δηλαδή στην πλήρη επικράτηση του μονοπωλίου στην οικονομία, δεν έχει κληθεί ακόμα για να παραλάβει το… Νόμπελ Οικονομίας.

Μήπως υπερβάλουμε;
Αν η πρόταση να αποδοθεί στον Λένιν το Νόμπελ είναι υπερβολική, πάντως δεν έχει διατυπωθεί από εμάς. Πρωτοδιατυπώθηκε το 2010. Και μάλιστα διατυπώθηκε από κάποιον πέραν πάσης υποψίας για ενδεχόμενη ροπή του προς τον «μπολσεβικισμό»: Από τον Πολ Κρεγκ Ρόμπερτς, τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ επί Ρόναλντ Ρήγκαν…
Παρατήρηση τρίτη: Ο φασισμός ως συγκροτημένη πολιτική έκφραση έχει ιστορικά προσδιορισμένο χώρο και χρόνο γέννησης: Γεννιέται ακριβώς στο έδαφος του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ως λίπασμα, δε, για την ανάπτυξη του φασισμού λειτουργούν οι κρίσεις του καπιταλισμού.
Θα πει κάποιος από τους «ευφυείς» θιασώτες της θεωρίας των «δυο άκρων»: Μα και ο κομμουνισμός στο έδαφος του καπιταλισμού γεννιέται. Πράγματι. Με μια «μικρή» διαφορά: το σύστημα των μονοπωλίων, στην περίπτωση του κομμουνισμού, γεννάει την άρνηση του καπιταλισμού. Στην περίπτωση του φασισμού, το σύστημα των μονοπωλίων, γεννάει ένα τέρας με το οποίο ο καπιταλισμός – υπό όρους και προϋποθέσεις – ταυτίζεται.
Μήπως υπερβάλουμε;
Δεν υπάρχει πιο ισχυρή (για την ακρίβεια: αδιάσειστη) απόδειξη για τις σχέσεις του καπιταλισμού με τον φασισμό, που αναπτύσσονται στο έδαφος ή στο υπέδαφος και της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, από τις ίδιες τις σχέσεις ανάμεσα στο φασισμό και στα (οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχα στο καπιταλιστικό σύστημα) μονοπώλια.
Για παράδειγμα:
  • Η «Ζήμενς» του Χριστοφοράκου είναι η ίδια «Ζήμενς» που με πρόταση και χρηματοδότηση του επικεφαλής της στην Αθήνα συγκροτήθηκαν επί του γερμανοντυμένου «πρωθυπουργού» Ράλλη τα Τάγματα Ασφαλείας το 1943.
  • Η «Ντόιτσε Μπανκ» της Μέρκελ και του Σόιμπλε είναι η ίδια «Ντόιτσε Μπανκ» που χρηματοδότησε τη δημιουργία και λειτουργία των ναζιστικών φούρνων του Άουσβιτς.
  • Η «Κρουπ» των διαλυμένων ναυπηγείων του Σκαραμαγκά και των 670 θυγατρικών ανά τον κόσμο είναι η ίδια «Κρουπ» που τροφοδοτούσε όλη την πολεμική μηχανή του Χίτλερ και που ο πρόεδρος των Γερμανών βιομηχάνων, ο κύριος Κρουπ έλεγε το 1934: «Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σ.σ. του κομμουνιστικού δόγματος) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας (σ.σ. σύντροφο των βιομηχάνων)».
  • Είναι η «Φαρμπεν» που το βιομηχανικό συγκρότημα της κατασκευάστηκε από κρατούμενους του Αουσβιτς . Είναι η «Φάρμπεν» που κατασκεύασε το Zyklon B, το αέριο που χρησιμοποιήθηκε στα ναζιστικά κρεματόρια. Η «Φάρμπεν» σήμερα κυκλοφορεί με άλλο όνομα. Τη λένε «Μπάγερ».
  • Είναι η «ΙΒΜ» που μηχανοργάνωσε τα 78 ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης και που ο πρόεδρός της, ο T. Watson τιμήθηκε για τις «υπηρεσίες» τους στο Γ’ Ράιχ με το μετάλλιο του Μεγάλου Σταυρού της Γερμανικής Τάξης του Αετού, το 1937.
  • Είναι η «ITT» που σχεδίασε τις βόμβες «Wulfs» του χιτλερικού στρατού.
  • Είναι η «General Motors» που κατασκεύασε χιλιάδες θωρακισμένα αυτοκίνητα, φορτηγά και τανκς για τον γερμανικό στρατό.
  • Είναι η «Ford» εκείνη που κατασκεύασε για λογαριασμό του Χίτλερ τα μισά σχεδόν φορτηγά της Βέρμαχτ και που ο πρόεδρός της, ο κύριος H.Ford, τιμήθηκε για τις «υπηρεσίες» του στο Γ’ Ράιχ με το μετάλλιο του Μεγάλου Σταυρού της Γερμανικής Τάξης του Αετού, το 1938.
Ο κατάλογος είναι μακρύς. Όπως και τα απαλλακτικά βουλεύματα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κανένα μονοπώλιο και κανένα στέλεχος εταιρειών από τις χώρες των δυτικών Συμμάχων δεν τιμωρήθηκε για τις σχέσεις του με τον Ναζισμό. Τα αδικήματά τους παραγράφηκαν. Φρόντισε ο κύριος John McCloy. Ηταν ο Υπατος Αρμοστής των ΗΠΑ στη Γερμανία μετά τον πόλεμο. Αλλά βασικά ο κύριος McCloy ήταν τραπεζίτης. Από το 1947 ήταν ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας. Πιο πριν ως νομικός εκπροσωπούσε τα συμφέροντα των επιχειρήσεων «Ροκφέλερ» και της Τράπεζας «Chase Manhattan».

Νίκος Μπογιόπουλος
Ενικός, Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013 (Κάτι λείπει από το «κάδρο»)

Ο πρόεδρος της IBM T. Watson με τον Χίτλερ, λίγο πριν από την παρασημοφόρησή του από τους ναζί, το 1937.
Παρατήρηση τέταρτη: Το κάδρο της «χρυσαυγειάδας» θα παραμείνει μισό, όπως και κάθε δήθεν «αντιφασιστικό» κάδρο, από το οποίο θα απουσιάζουν εκείνοι που στέκονται δίπλα, πίσω και κυρίως πάνω από τους φασίστες και από τους ναζί.
Και που για να εντοπιστούν, για να πολεμηθούν και να ξεριζωθούν ο Μπρεχτ επέμενε ήδη από τη δεκαετία του ’30: «… ο φασισμός δεν μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός»

Γιατί θα έρθει 4ο Μνημόνιο

Η τρικομματική κυβέρνηση της εθνικής καταστροφής και του διωγμού των Ελλήνων, είναι πλέον έτοιμη να ρουφήξει και το μεδούλι των τελευταίων επιζησάντων. Με πραξικοπηματικές διαδικασίες-εξπρές και με τη μορφή του «ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε» φέρνει προς ψήφιση το 4ο Μνημόνιο, σε ένα πολυνομοσχέδιο-σκούπα, πριν από το κλείσιμο της Βουλής για το Πάσχα, τηρώντας έτσι τη συμφωνία στην οποία κατέληξε με την τρόικα.

Τα κυριότερα από τα 18 μέτρα περιλαμβάνουν άμεσες απολύσεις στο δημόσιο, που θα φθάσουν στις 14.000 το 2013, την είσπραξη του «χαρατσιού» στα ακίνητα μέσω ΔΕΗ και το 2013 με υποτιθέμενη μείωση του, το άνοιγμα των καταστημάτων όλες τις Κυριακές του χρόνου, την ένταση της φοροεπιδρομής κ.λπ.

Η αλήθεια την οποία βεβαίως αποκρύπτουν παντελώς και οι της τρικομματικής κυβέρνησης και τα συστημικά ΜΜΕ είναι ότι οι ολετήρες βρίσκονται αντιμέτωποι με το αδιέξοδο του πολιτικού τους εγκλήματος. Το Δημόσιο έδωσε εγγυήσεις 233 δισεκατομμυρίων ευρώ προς τις Τράπεζες, εν μέσω Μνημονίων (2010, 2011) και αντίστοιχα οι Τράπεζες χορήγησαν τις εγγυήσεις του Δημοσίου ως ομόλογα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Σήμερα, καλείται το Δημόσιο να πληρώσει τα 233 δις ευρώ. Και γιατί το Δημόσιο και όχι οι Τράπεζες; Διότι αυτό το προέβλεπε ο Διοικητής της Τράπεζας Ελλάδος, Προβόπουλος, ότι σε περίπτωση που τα δάνεια δεν πληρωθούν από τις Τράπεζες, τότε το χρέος βαρζίνει το Δημόσιο, δηλαδή τον ελληνικό λαό!

Ήδη, όπως το έχουμε ξαναγράψει, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με 44 δις ευρώ ομόλογα τα οποία «σκάνε» στην ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) από τα τέλη Απριλίου μέχρι και τον Οκτώβριο!

Τώρα που οι Τράπεζες όχι μόνο τα δάνειά τους δεν μπορούν να πληρώσουν αλλά διαλύονται, καλείται να τα πληρώσει ο λαός δυσθεώρητα ποσά. Ο τσακισμένος από τα Μνημόνια κοσμάκης, πώς είναι δυνατόν να πληρώσει 44 δις ευρώ;

Επομένως, έρχεται η καταστροφή, το γενικό ξεπούλημα της χώρας, το ΚΡΑΧ!

Γι’ αυτό τον λόγο η ελληνική κυβέρνηση τρέχει με το… νέφτι στα πισινά ώστε να υλοποιήσει το 4ο Μνημόνιο! Ο λαός πρέπει να προετοιμαστεί για ανείπωτη-νέα σφαγή, με την οποία οι ολετήρες θα συντρίψουν τα πάντα! Αυτά που σας λέμε, δεν θα τα δείτε πουθενά αλλού γραμμένα. Σας κρύβουν την αλήθεια και η αλήθεια είναι ότι έρχεται τυφώνας οικονομικής καταστροφής.

Για να δείτε πώς οι καταστροφείς του τόπου πέρασαν στα μουλωχτά όλο το χρέος των Τραπεζών στις πλάτες του λαού σας ξαναθυμίζουμε ένα από τα περιβόητα ΦΕΚ με την υπογραφή του τότε υπουργού Οικονομικών κ. Σαχινίδη και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Προβόπουλου:

«ΦΕΚ Αρ. Φύλλου 511, 23 Απριλίου 2010: «…Το κόστος που θα βαρύνει το Δημόσιο, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, ενδέχεται να ανέλθει στο ποσό των 2.117.000.000 ευρώ πλέον των προβλεπομένων από τους όρους του οικείου ομολογιακού δανείου, τόκων και πάσης φύσεως επιβαρύνσεων, το ακριβές ύψος της οποίας δεν μπορεί να υπολογιστεί». Στη σελίδα 6762 του ίδιου ΦΕΚ επαναλαμβάνεται το παραπάνω άρθρο, ενώ στη σελίδα 6763 του ίδιου ΦΕΚ, διαβάζουμε: «ΙV: Το κόστος που θα βαρύνει το Δημόσιο, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, ενδέχεται να ανέλθει στο ποσό των 2.500.000.000 ευρώ πλέον των προβλεπομένων από τους όρους του οικείου ομολογιακού δανείου, τόκων και πάσης φύσεως επιβαρύνσεων, το ακριβές ύψος της οποίας δεν μπορεί να υπολογιστεί». Στη σελίδα 6765 το ποσό που θα επιβαρύνει το Δημόσιο ανέρχεται στα 2.300.000.000 !!! Λες και είναι… μαρουλόφυλλα πέφτουν τα δισεκατομμύρια ευρώ κόστη, πάνω στις πλάτες του λαού»!

Τα 18 σημεία στα οποία συμφώνησε η ελληνική κυβέρνηση με την τρόικα, αποτελούν το αρχικό μενού μιας προδιαγεγραμμένης καταστροφής

ΚΟΙΜΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΛΑΟ ΜΕ ΨΕΥΤΙΚΗ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Τα αισιόδοξα μηνύματα του Πρωθυπουργού ότι βλέπει φως στο τούνελ, ότι αρχίζει να έρχεται η ανάκαμψη της οικονομίας, ότι τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο οι προσλήψεις ήταν κατά 19.000 πάνω από τις απολύσεις, άρα αυτό σημαίνει μείωση της ανεργίας, αποτελούν μία ακόμη παραπλάνηση του λαού.

Τα ζόμπι της πολιτικής αποπροσανατολίζουν τον λαό από την πραγματικότητα, λειτουργώντας για μια ακόμη φορά υπέρ των συμφερόντων των δανειστών και όχι του κόσμου.

Εφημερίδα Ελεύθερη Ώρα

Γιατί δεν θα βγάλουν εκτός Βουλής τη Χρυσή Αυγή

Πολύ κουβέντα γίνεται για να βγει η Χρυσή Αυγή εκτός Βουλής. Και όλη η κουβέντα είναι άσκοπη και για τα μάτια του κόσμου.

Τη Χρυσή Αυγή ΔΕΝ θα την βγάλουν από τη Βουλή. Τουλάχιστον όχι με την αιτιολογία της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης. Κι αυτό, επειδή δημιουργείται δεδικασμένο για το ΠΑΣΟΚ.

  • Μην ξεχνάμε το εκατομμύριο του Τσουκάτου που μεταφέρει ευθύνες στον Σημίτη
  • Μην ξεχνάμε τον ήδη φυλακισμένο Τσοχατζόπουλο
  • Μην ξεχνάμε την περίπτωση Μαντέλη
  • Μην ξεχνάμε τις μαύρες τρύπες στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ
  • Μην ξεχνάμε τις έρευνες που κάνει στο ΠΑΣΟΚ το ΣΔΟΕ
Για να γλιτώσει λοιπόν το ΠΑΣΟΚ, άρα και η σημερινή κυβέρνηση, θα κρατήσουν το «πανηγύρι» της αποπομπής της Χρυσής Αυγής από τη Βουλή και μετά θα το προσπεράσει η… ειδησεογραφία.

Και καλά σαράντα που λέμε στον τόπο μας…

Το καθεστώς της Λιτότητας και το μέλλον της Δημοκρατίας

Στο κείμενο που ακολουθεί, οι Armin Schafer και Wolfgang Streeck επιχειρούν να κωδικοποιήσουν σε εννέα σημεία τις πιθανές συνέπειες ενός μόνιμου καθεστώτος δημοσιονομικής λιτότητας για τη λειτουργία της Δημοκρατίας.

Το κείμενο αποτελεί το τελευταίο κομμάτι της εισαγωγής των δύο συγγραφέων στην έκδοση που κυκλοφόρησε πρόσφατα, σε δική τους επιμέλεια, από τις εκδόσεις Polity με τίτλο Politics in the age of Austerity.


Των Armin Schafer και Wolfgang Streeck

Οι συζητήσεις που έχουν ανοίξει στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας στη Γερμανία, και στις οποίες κατά τα φαινόμενα εμπλέκονται εκτός από τις εσωτερικές πολιτικές δυνάμεις η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ, συνιστούν μία ματιά μέσα από τη δημοσιονομική κλειδαρότρυπα στο μέλλον της Δημοκρατίας στην Ευρώπη. Τα μηνύματα που εκπέμπονται προς τις χώρες-οφειλέτες είναι ξεκάθαρα. Τα μέτρα λιτότητας δεν έχουν έκτακτο χαρακτήρα, ούτε αποτελούν αναπτυξιακούς μοχλούς. Πρόκειται για ένα μόνιμο καθεστώς που ήρθε για να μείνει στις δημοκρατίες της Ευρώπης, γενικά, και του Νότου ειδικότερα. Η Ελλάδα συνιστά και σε αυτή την περίπτωση το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι στόχοι του προγράμματος λιτότητας έχουν αποτύχει, ενώ μέσα στο 2014 αυτό θα απολέσει τον «προσωρινό» χαρακτήρα του και θα μετατραπεί σε ένα μόνιμο καθεστώς που σίγουρα θα εξαντλήσει την επόμενη δεκαετία. Σε αυτό το σημείο γεννιέται μία σειρά ερωτημάτων. Θα μπορέσουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί στην υπηρεσία των πιστωτών να πείσουν τους πολίτες για την αναγκαιότητα μίας μακροχρόνιας λιτότητας δίχως αναπτυξιακή προοπτική; Σε ποίο βαθμό η εγκαθίδρυση ενός μόνιμου καθεστώτος λιτότητας πρόκειται να ανασυντάξει τον χάρτη των ταξικών συμφερόντων, να μεταβάλει τις δομές του κράτους και τελικά να αλλάξει τη φύση της Δημοκρατίας; Στο κείμενο που ακολουθεί, οι Armin Schafer και Wolfgang Streeck επιχειρούν να κωδικοποιήσουν σε εννέα σημεία τις πιθανές συνέπειες ενός μόνιμου καθεστώτος δημοσιονομικής λιτότητας για τη λειτουργία της Δημοκρατίας. Το κείμενο αποτελεί το τελευταίο κομμάτι της εισαγωγής των δύο συγγραφέων στην έκδοση που κυκλοφόρησε πρόσφατα, σε δική τους επιμέλεια, από τις εκδόσεις Polity με τίτλο Politics in the age of Austerity. Ο τίτλος του μεταφρασμένου κομματιού που παρουσιάζεται εδώ είναι επιλογή του μεταφραστή.

Με ποιον τρόπο θα μπορούσε η επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών, που διακρίνει τις πλούσιες δημοκρατίες της μεταπολεμικής περιόδου, να υποσκάψει τη δημοκρατική συμμετοχή, και σε ένα γενικότερο επίπεδο, την ίδια τη δημοκρατική φύση της πολιτικής; Με ποιον τρόπο η τωρινή μετάβαση από ένα κράτος-οφειλέτη σε ένα κράτος λιτότητας θα μπορούσε να επηρεάσει περαιτέρω τον δημοκρατικό χαρακτήρα της κυβέρνησης; Δεν υπάρχει καμία εύκολη απάντηση σε αυτά τα δύο ερωτήματα, καθώς δεν υφίσταται ιστορικό προηγούμενο από το οποίο θα μπορούσαμε να αντλήσουμε ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές ανάλυσης.

Μέχρι την εμφάνιση της σημερινής κρίσης, η συσσώρευση χρέους, αρχικά δημόσιου και στη συνέχεια ιδιωτικού, συνεισέφερε στη διατήρηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας αποζημιώνοντας τους πολίτες απέναντι στη χαμηλή ανάπτυξη, στη δομική ανεργία, στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, στη στασιμότητα και πτώση των μισθών και, τέλος, στην ολοένα διευρυνόμενη ανισότητα. Η δημοσιονομική κρίση του κράτους και η παγκόσμια οικονομική κρίση που τη συνόδευσε στη συνέχεια, συνιστούν το τίμημα που κατέβαλαν οι κυβερνήσεις είτε για την ανικανότητά τους να αποτρέψουν την πλήρη φιλελευθεροποίηση των αγορών, είτε για τη συνέργειά τους σε αυτή την κατεύθυνση. Από τη στιγμή που οι κυβερνήσεις παραιτήθηκαν σταδιακά από τον δημοκρατικό έλεγχο της καπιταλιστικής οικονομίας, και η τελευταία απαγκιστρώθηκε από τις δημόσιες δεσμεύσεις της, οι πολίτες συμφιλιώθηκαν με την υποχώρηση της δημοκρατικής πολιτικής από τις ζωές τους μέσα από έναν μηχανισμό που άκουγε στο όνομα «εκδημοκρατισμός του δανεισμού». Ωστόσο, αυτός ο μηχανισμός έφτασε στο τέλος του από τη στιγμή που η χρηματοδότηση των δημόσιων παροχών και της ιδιωτικής ευημερίας μέσα από τον δανεισμό πλησίασε το σημείο όπου οι δανειστές έπαψαν πια να πιστεύουν ότι οι συσσωρευμένες υποσχέσεις περί εξόφλησης θα γίνουν κάποτε πραγματικότητα.

Όταν ο εύκολος δανεισμός έπαψε να αποτελεί το φάρμακο απέναντι στη φιλελευθεροποίηση και τη δημοκρατική ύφεση που τη συνόδευε, η ατζέντα της εσωτερικής, αλλά και της διεθνούς πολιτικής, στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές δημοκρατίες άλλαξε. Το ζητούμενο, πλέον, ήταν η δημοσιονομική σταθεροποίηση μέσα από τη θεσμοθέτηση μακροπρόθεσμων πολιτικών λιτότητας. Μόνο υποθέσεις μπορεί κανείς να κάνει για τον τρόπο με τον οποίο αυτό το δημοκρατικό κράτος λιτότητας θα λειτουργήσει στο μέλλον. Ωστόσο, ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του διαφαίνονται στον ορίζοντα. Στο κείμενο που ακολουθεί κωδικοποιούμε σε εννέα σημεία τους που θεωρούμε πιο πιθανούς να ακολουθήσει η σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατική διακυβέρνηση, και πιο συγκεκριμένα η σχέση ανάμεσα στον δημοσιονομικό περιορισμό των δημοκρατικών πολιτικών και τη φύση καθώς επίσης και την έκταση της πολιτικής συμμετοχής.

1.Η φιλελευθεροποίηση των κεφαλαιαγορών, σε παγκόσμιο επίπεδο, καθιστά εξαιρετικά απίθανο το ενδεχόμενο οι δημοκρατίες να επιτύχουν, έστω και μερικώς, τον περιορισμό του κενού που υπάρχει ανάμεσα στα δημόσια έσοδα και στις δημόσιες δαπάνες μέσα από τη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων και των εταιρικών κερδών. Σε ένα πλαίσιο ολοσχερούς φορολογικού ανταγωνισμού, η δημοσιονομική σταθεροποίηση αναγκαστικά προωθείται μέσα από τον περιορισμό των δαπανών και δευτερευόντως από την επιβολή υψηλότερης φορολογίας στην κατανάλωση και στα χαμηλά εισοδήματα. Η συγκεκριμένη μέθοδος σταθεροποίησης πρόκειται να επιφέρει μία τάση μεταβολής στη διάρθρωση των δημοσιών δαπανών. Οι τελευταίες θα ξεφύγουν από μία λογική « κοινωνικής επένδυσης» (Morel et al. 2012) που στοχεύει στην αναδιανομή του αρχικού εισοδήματος που διανέμεται άνισα από τον ανταγωνισμό της αγοράς και θα κινηθούν προς μία κατεύθυνση δαπανών περιοριζόμενων στα απολύτως αναγκαία.

2 Όσο αυτή η μέθοδος δημοσιονομικής πειθαρχίας θα περιορίζει τη διορθωτική παρέμβαση των δημόσιων δαπανών πάνω στις αγορές, τόσο η δημοκρατία θα τείνει – σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι το έπραττε τις δύο τελευταίες δεκαετίες-προς ένα «μεταδημοκρατικό» καθεστώς (Crouch 2004), όπου η συλλογική δράση για την προώθηση συλλογικών αξιών και συμφερόντων θα αντικατασταθεί από τα δημόσια θεάματα. Με την προσφορά του άρτου ολοένα μειούμενη το κενό πρέπει να καλυφθεί από ακόμη πιο εντυπωσιακά θεάματα

3.Στο πλαίσιο της θεσμοποιημένης λιτότητας θα συνεχιστεί η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών που είχε ξεκινήσει ήδη τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Η ιδιωτικοποίηση οδηγεί τους πολίτες να αγοράζουν τις υπηρεσίες που άλλοτε τους προσέφερε το κράτος από την αγορά, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στηρίζονται στο δικό τους εισόδημα και όχι στις κρατικές παροχές. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι η ανισότητα στην πρόσβαση υπηρεσιών, όπως είναι η υγεία και η παιδεία. Μία άλλη εξίσου σημαντική συνέπεια είναι η ενίσχυση της αντίστασης των μεσαίων και υψηλών εισοδημάτων απέναντι στη φορολογία, καθώς αυτά δεν είναι διατεθειμένα την ίδια στιγμή να αγοράζουν τις υπηρεσίες τους στην αγορά αλλά και να πληρώνουν υποχρεωτικά για κρατικές υπηρεσίες που όμως δεν χρησιμοποιούν. Όλα τα παραπάνω, τέλος, οδηγούν στην πολιτική απάθεια. Όσοι διαθετούν υψηλά εισοδήματα έχουν στην ουσία «αποχωρήσει» από την κοινότητα οπότε δεν χρειάζεται πλέον να διαμαρτυρηθούν. (Hirschman 1970). Όσοι βρίσκονται στις χαμηλές θέσεις της εισοδηματικής κλίμακας αδυνατούν να διεκδικήσουν με τη ψήφο τους καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, με δεδομένο τον δημοσιονομικό περιορισμό που υπάρχει.

4.Η επίτευξη της δημοσιονομικής σταθεροποίησης, σε ένα καθεστώς θεσμοποιημένης λιτότητας και με έναν προϋπολογισμό πρωτογενώς ισοσκελισμένο, ή και πλεονασματικό, δεν σημαίνει ότι τα κράτη δεν θα έχουν πλέον ανάγκη την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Με δεδομένο τον τεράστιο όγκο του συσσωρευμένου χρέους, οι κυβερνήσεις θα αναγκάζονται, για πολύ καιρό, να συνάπτουν νέα δάνεια για να ξεπληρώσουν τα παλιά. Έτσι, η αγορά κρατικού χρέους θα παραμείνει μία επικερδής επένδυση για όσους έχουν αρκούντως υψηλά εισοδήματα σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορούν να αποταμιεύουν. Όσο, λοιπόν, τα κράτη επιλέγουν να χρηματοδοτούν τις υποχρεώσεις τους με δανεισμό και όχι με φορολογία, ευνοούν τους εισοδηματικά ισχυρούς πολίτες τους. Όχι μόνο δεν τους φορολογούν, αλλά τους προσφέρουν επενδυτικές ευκαιρίες, καταβάλλοντας τόκο επί των κρατικών χρεογράφων που εκείνοι κατέχουν, αντί να εξαναγκάσουν τη συνεισφορά τους στον κρατικό κορβανά. Από τη στιγμή που το χρηματικό κεφάλαιο που έχει επενδυθεί σε δημόσιο χρέος δύναται να κληροδοτηθεί στην επόμενη γενιά, ακόμη και με το επιτόκιο που ήδη έχει κερδίσει στο μεταξύ, η χρηματοδότηση του χρέους των δημοκρατικών χωρών μέσα από τον δανεισμό ενισχύει τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες στην κοινωνία πολιτών.

5.Όσο τα κράτη θα συνεχίσουν να χρειάζονται δάνεια, οι χρηματαγορές με τη σειρά τους θα τα κρατάνε υπό επιτήρηση, ακόμη και ύστερα από τη θεσμοποίηση της πολιτικής δέσμευσης για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και μείωση του χρέους. Η πιο σημαντική πρόκληση για τη δημοκρατική θεωρία στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, είναι να συνειδητοποιήσει, με συστηματικό τρόπο, ότι το κράτος λιτότητας υπό τον έλεγχο του οποίου τέθηκε ο δημοκρατικός καπιταλισμός λογοδοτεί σε δύο πολιτικά σώματα αντί ενός- εκτός από τον λαό του καλείται να αντιμετωπίσει τις «αγορές» και τις συγκεκριμένες απαιτήσεις που αυτές εγείρουν στη δημόσια πολιτική. Είναι γνωστό ήδη από παλιά ότι για να είναι οι κυβερνήσεις επιτυχημένες οφείλουν να δώσουν τη δέουσα προσοχή στα συμφέροντα της καπιταλιστικής οικονομίας (Dahl 1969). Η άνοδος των χρηματαγορών, ωστόσο, ανέδειξε τις αγορές σε παράγοντα πίεσης εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο, με τους πολίτες πάνω στην καθημερινή πολιτική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Έτσι, θα ήταν καλό η δημοκρατική θεωρία να πειραματιστεί στη βάση ενός μοντέλου ανάλυσης των σύγχρονων δημοκρατικών καπιταλιστικών πολιτικών, το οποίο θα αντιμετωπίζει τους λαούς και τις αγορές ως δύο ξεχωριστά πολιτικά σώματα που διέπονται από δύο διαφορετικές «λογικές» δράσης- προσωρινά θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε, αντίστοιχα, «κοινωνική δικαιοσύνη» και «δικαιοσύνη της αγοράς».

Οι λαοί και οι αγορές διαφέρουν σε αρκετές πλευρές καθιστώντας δυσχερές, μερικές φορές αδύνατο, το έργο της κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα αιτήματα αμφότερων την ίδια στιγμή. Οι πολίτες ενός κράτους είναι οργανωμένοι σε εθνικό επίπεδο, τη στιγμή που οι χρηματαγορές είναι παγκόσμιες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι πρώτοι κατοικούν στη χώρα και τυπικά αδυνατούν ή δεν θέλουν να προσχωρήσουν σε μία ανταγωνιστική χώρα, ενώ οι επενδυτές μπορούν να αποχωρήσουν με ευκολία από αυτήν, και το πράττουν. Οι πολίτες «πιστώνουν» μία κυβέρνηση με την ψήφο τους, ενώ οι πιστωτές μπορούν να επιλέξουν αν θα την πιστώσουν με τα χρήματά τους ή όχι. Τα δικαιώματα των πολιτών θεμελιώνονται στο δημόσιο δίκαιο, ενώ οι απαιτήσεις των πιστωτών ρυθμίζονται από το αστικό ή το εμπορικό δίκαιο. Η γνώμη των πολιτών για τις κυβερνήσεις τους εκφράζεται περιοδικά μέσω εκλογών, η γνώμη των «αγορών» εκφράζεται κάθε στιγμή μέσα από τις αγοραπωλησίες. Ο «λαός» αρθρώνει τη γνώμη του μέσα στη δημόσια σφαίρα, ενώ οι «αγορές» εκφράζονται με το ύψος των επιτοκίων που χρεώνουν. Υπάρχει η προσδοκία ότι οι πολίτες θα διατηρήσουν τη νομιμοφροσύνη τους απέναντι στη χώρα τους, ενώ αντίθετα από την πλευρά των πιστωτών υπάρχει η απλή ελπίδα ότι οι τελευταίοι θα δείξουν «εμπιστοσύνη» στην κυβέρνηση της χώρας και δεν θα αποσύρουν αυτή την εμπιστοσύνη επειδή θα αισθανθούν «απαισιόδοξοι» ή «πανικοβλημένοι». Τέλος, ενώ από τους πολίτες απαιτείται να προσφέρουν κάποιου είδους δημόσια υπηρεσία, αλλά και να χρησιμοποιήσουν τις δημόσιες υπηρεσίες, οι «αγορές» ενδιαφέρονται μόνο για μία υπηρεσία- την εξυπηρέτηση του χρέους.

Το νέο είδος πολιτικής που αναπτύσσεται, τη στιγμή που τα κράτη και οι κυβερνήσεις προσπαθούν να συμβιβάσουν τα αλληλοσυγκρουόμενα αιτήματα των δύο πολιτικών σωμάτων όπως αυτά αναπτύχθηκαν παραπάνω, μένει ακόμη να μελετηθεί. Ερχόμενα αντιμέτωπα με τους διεθνείς επενδυτές, οι οποίοι επιβάλλουν ασταμάτητα πολιτικές δεσμεύσεις στις πολιτικές λιτότητας χρησιμοποιώντας –αν χρειαστεί- την αύξηση των επιτοκίων στα νέα δάνεια ως εργαλείο πειθούς, τα κράτη προσομοιάζουν πλέον με Ανώνυμες Εταιρείες σε έναν κόσμο όπου «η μεγιστοποίηση της απόδοσης μετοχών» είναι πλέον ο κανόνας. Όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των διευθυντών στις μεγάλες Ανώνυμες Εταιρείες, έτσι και οι κυβερνήσεις πιέζονται ολοένα και περισσότερο από ακτιβιστές προμηθευτές κεφαλαίων να εξασφαλίσουν τη μέγιστη απόδοση των ομολόγων που εκδίδουν. Για να εξασφαλιστεί αυτή η μέγιστη απόδοση, οι κυβερνήσεις πρέπει να μετατρέψουν τους πολίτες τους σε ένα πειθαρχημένο ήμι-εργατικό δυναμικό, το οποίο θα παράγει πειθήνια τις αποδόσεις του κεφαλαίου, μετριάζοντας, παράλληλα, τα αιτήματα του για «κοινωνικό μισθό» και αυξάνοντας την παραγωγικότητα του. Το υπέρ-προϊον που προκύπτει από την παραγωγή των πολιτών θα μεταφέρεται σε εκείνα τα κράτη που προσφέρουν το κεφάλαιο για την παραγωγική διαδικασία, τη στιγμή που η οικεία κυβέρνηση δεν το διαθέτει εφόσον αδυνατεί να το αντλήσει από τους πλούσιους πολίτες.

6. Οι νέες εντάσεις που προκύπτουν από τη σχέση ανάμεσα στα κοινωνικά δικαιώματα που συνδέονται με την ιδιότητα του πολίτη και στα εμπορικά δικαιώματα που προκύπτουν από την ατομική ιδιοκτησία χρηματιστικών αξιών, οξύνονται όχι μόνο στο επίπεδο της εθνικής πολιτικής, αλλά και σε αυτό της διεθνούς πολιτικής. Εκεί, οι «χρηματαγορές», οργανωμένες σε παγκόσμιο επίπεδο, διαθέτουν ένα σοβαρό πλεονέκτημα σε βάρος των συσσωματώσεων πολιτών που οργανώνονται σε εθνικό επίπεδο, καθώς οι πρώτες σε αντίθεση με τους δεύτερους είναι σε θέση να καταλάβουν τους διεθνείς οργανισμούς και να τους μετατρέψουν σε όργανα υλοποίησης των συμφερόντων της αγοράς. Το σημαντικότερο από αυτά τα συμφέροντα επιτάσσει την αποθάρρυνση των μεμονωμένων κυβερνήσεων να προβαίνουν μονομερώς σε αναδιάρθρωση του χρέους τους ή σε κήρυξη πτώχευσης. Οι δανειστές είναι σε θέση να επιστρατεύσουν για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού τη βοήθεια της «διεθνούς κοινότητας» κρατών χρησιμοποιώντας την απειλή ότι η πρόκληση ενός «πιστωτικού γεγονότος» σε μία χώρα, αφενός, θα οδηγούσε σε άνοδο τα επιτόκια του χρέους των υπολοίπων χωρών και, αφετέρου, θα ανάγκαζε τις κυβερνήσεις να διασώσουν από τη χρεωκοπία χρηματοπιστωτικές εταιρείες που ενδεχομένως να επηρεάζονταν από το γεγονός και είναι « πολύ μεγάλες για να αφεθούν στην τύχη τους». Έτσι, οι «χρηματαγορές» αναγορεύονται στους σημαντικότερους υπερασπιστές της «διεθνούς αλληλεγγύης», με την έννοια ότι παρέχουν στους επενδυτές μία συλλογική εγγύηση που εξασφαλίζεται από την οικογένεια των καπιταλιστικών κρατών στο σύνολό της- εγγύηση την οποία οι ειδικοί των δημοσιών σχέσεων ονομάζουν «τείχος προστασίας» ή «μπαζούκα»- εκμηδενίζοντας πρακτικά το ρίσκο που παίρνουν οι δανειστές.

Διευκολύνοντας τις εργασίες της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», τα διεθνή κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα διαθέτουν στη διακριτική τους ευχέρεια μία σειρά εργαλείων, η χρήση των οποίων κάνει την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας –όταν αυτή δεν παραμένει αόρατη- να μοιάζει με βοήθεια στα φτωχά κράτη και στους φτωχοποιημένους πληθυσμούς τους. Η νομισματική πολιτική παραμένει για την πλειονότητα των ανθρώπων, αυτών που συνήθως καλούνται να πληρώσουν τα σπασμένα. επτασφράγιστο μυστικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστούν τα δάνεια που σύναψε η ΕΚΤ, υπό την προεδρία του Μάριο Ντράγκι παλιού στελέχους της Goldman Sachs, στα τέλη του 2011, αποκλειστικά σε τράπεζες με επιτόκιο 1%. Σχεδόν κανένας δεν έχει κατανοήσει τις επιπτώσεις που αυτά τα δάνεια θα έχουν στους εργαζόμενους και τους φορολογούμενους της Ευρώπης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των εθνικών κυβερνήσεων, των οποίων οι υπουργοί είναι μάλλον απίθανο ότι καταλαβαίνουν τι ακριβώς συμβαίνει, είναι να πλασάρουν στους λαούς τα εφευρήματα των τεχνοκρατών του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και τους συμβιβασμούς που προκύπτουν από τη χρηματοπιστωτική διπλωματία. Αν οι κυβερνήσεις δεν τα καταφέρουν, τότε έρχονται στο προσκήνιο οι «ειδικοί» στα χρηματοοικονομικά, οι οποίοι προσπαθούν να κρύψουν, όσο γίνεται περισσότερο, το μέγεθος των τεράστιων απωλειών που υφίστανται οι πολίτες από την ευημερία τους για να ωφεληθούν οι κάτοχοι κεφαλαίου και οι διαχειριστές του χρήματος που πληρώνονται με μπόνους.

7.Η λαϊκή δυσαρέσκεια που εγείρει η διεθνής πολιτική του δημόσιου χρέους, εκφράζεται με όρους έθνους εναντίον έθνους και όχι με όρους λαών εναντίων χρηματαγορών. Στην αριστερή της εκδοχή, ή για να το θέσουμε καλύτερα στη σοσιαλδημοκρατική της εκδοχή, η πολιτική του δημόσιου χρέους θεματοποιείται με όρους αλληλέγγυας διεθνούς αναδιανομής, όπου τα πλούσια έθνη έχουν καθήκον να ενισχύσουν τα πιο φτωχά. Από τη σκοπιά της Δεξιάς, οι χώρες που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν το χρέος τους παρουσιάζονται συλλήβδην ως αμαρτωλές που δρουν ενάντια στην οικονομική λογική και τη δημοσιονομική σωφροσύνη, ενώ είναι απαραίτητο να πάρουν ένα καλό μάθημα και να υποφέρουν εφόσον δεν είναι τόσο φιλόπονες όσο οι χώρες που είναι πλούσιες γιατί το αξίζουν. Αμφότερες οι οπτικές εστιάζουν στο εθνικό επίπεδο. Αντιλαμβάνονται τις χώρες σαν ενιαίες κοινότητες με συλλογικές οικονομικές υποχρεώσεις και δικαιώματα, όπου οι διανεμητικές συγκρούσεις και οι διαφορές ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και σε διαφορετικούς οικονομικούς τομείς δεν παίζουν κανέναν ρόλο. Επιπλέον, και οι δύο οπτικές συγκλίνουν στην πολιτική τους πρακτική, καθώς θέτουν το αίτημα αυστηρότερου διεθνούς ελέγχου της εσωτερικής πολιτικής των χρεωμένων κρατών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον περιορισμό της οικονομικής και δημοσιονομικής τους «κυριαρχίας»-αίτημα που μοιράζονται εξίσου και οι «αγορές».

Όταν το σύνθετο πλαίσιο της διεθνούς δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής εκφυλίζεται σε μία σύγκρουση ανάμεσα σε κράτη που διακρίνονται από οικονομική σύνεση και σε κράτη που είναι ασύνετα, τότε το πεδίο είναι ανοιχτό για την ανάδυση ενός ρεπερτορίου δράσης πλούσιου σε συμβολική πολιτική. Λαϊκιστικού χαρακτήρα ψευδοδιενέξεις σχετικά με τα οικονομικά και τα ηθικά προσόντα των «Ελλήνων», των «Ιρλανδών», για να μην αναφερθούμε στους «Γερμανούς», υφαίνουν ένα αδιαφανές πέπλο μνησικακίας και αρνητικών συναισθημάτων που επιτρέπει στους «τεχνοκράτες» ακόλουθους που βρίσκονται μέσα στις τράπεζες και στα γραφεία δημοσίων σχέσεων να διεκπεραιώνουν τη δουλειά τους δίχως να ενοχλούνται από λαϊκές παρεμβάσεις. Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, μπορεί να είμαστε σε θέση, στο εγγύς μέλλον, να καταλάβουμε τι σημαίνει η δημοκρατική πολιτική να παραχωρεί τη θέση της σε, περισσότερο ή λιγότερο, εξελιγμένες κοινωνικές τεχνολογίες απόσπασης μαζικής αποδοχής αποφάσεων για τις οποίες « Δεν Υπάρχει Άλλος Δρόμος»- τουλάχιστον όχι υπό τις ευλογίες της υφιστάμενης κατανομής προνομίων και εξουσίας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

8.Μία άλλη επιπλοκή για τις πολιτικές της δημοσιονομικής σταθεροποίησης προκύπτει από το γεγονός ότι ορισμένοι δανειστές είναι την ίδια στιγμή και πολίτες, ιδιαίτερα μετά από τις «μεταρρυθμίσεις» στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που επιχειρήθηκαν από το 2000 και ύστερα εισάγοντας σχεδόν σε όλες τις χώρες ιδιωτική συνταξιοδοτική ασφάλιση με στόχο την αποφόρτιση των υπερχρεωμένων δημόσιων συστημάτων συνταξιοδότησης. Από τη στιγμή που οι συγκεκριμένες ιδιωτικές εταιρίες ασφάλισης επένδυσαν μεγάλα ποσά στο δημόσιο χρέος, οι πελάτες τους, των οποίων οι συντάξεις εξαρτώνται από αυτές τις επενδυτικές επιλογές, έχουν συμφέρον, πλέον, να υποστηρίξουν «υπεύθυνες» δημοσιονομικές πολιτικές διασφαλίζοντας, έτσι, την ικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αυτοί οι πολίτες-δανειστές συνεχίζουν να χρειάζονται και να επιμένουν στην παροχή κρατικών υπηρεσιών και επιδομάτων, καθώς επίσης και στη χαμηλή φορολόγηση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων. Έτσι, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι τοποθετούνται ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές της διαιρετική τομής που έχει προκύψει από τις πολιτικές δημοσιονομικής σταθεροποίησης του κράτους-οφειλέτη. Από τη μία πλευρά, η εξέλιξη αυτή αφήνει ελεύθερο χώρο για πολιτικούς ελιγμούς σε αυτούς που σχεδιάζουν τις πολιτικές αφού τους παρέχει τη δυνατότητα να αποσπάσουν την υποστήριξη πολιτών που θίγονται άμεσα από τα μέτρα λιτότητας, τα οποία οι πρώτοι σχεδιάζουν. Από την άλλη πλευρά, η χρηματοδότηση των ιδιωτικών συντάξεων, μέσα από τις περικοπές στις συντάξεις του δημόσιου συστήματος δεν είναι και τόσο συμφέρουσα συμφωνία για τους πολίτες, ενώ η επιβολή της μπορεί να υπομονεύσει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική υποστήριξη των προγραμμάτων ιδιωτικοποίησης.

9.Ίσως, όμως, το σημαντικότερο όλων είναι ότι εκτός από τους πολίτες, τα συμφέροντα των ίδιων των «χρηματαγορών» χαρακτηρίζονται από σοβαρές εσωτερικές αντιφάσεις. Οι κάτοχοι των κρατικών ομολόγων απαιτούν σήμερα τη θεσμοποίηση των πολιτικών λιτότητας, ώστε να εξασφαλίσουν την προτεραιότητα των απαιτήσεων τους- έναντι αυτών που εγείρουν οι πολίτες – στα υπερχρεωμένα και σχεδόν χρεωκοπημένα κράτη. Ωστόσο, από μόνη της η λιτότητα δεν πρόκειται να μειώσει το βάρος του δημόσιου χρέους σε τέτοιο βαθμό ώστε να το καταστήσει βιώσιμο. Όλοι συμφωνούν στην αναγκαιότητα της οικονομικής ανάπτυξης, κανείς όμως δεν εξηγεί πώς αυτή θα έρθει με περικοπές δημοσίων δαπανών, υψηλότερους φόρους, πάγωμα μισθών και καλπάζουσα ανεργία. Στην πραγματικότητα, υπάρχει ο φόβος ότι η παρατεταμένη λιτότητα θα οδηγήσει τις χώρες με δημοσιονομικά προβλήματα σε μία μακροπρόθεσμη ύφεση, η οποία ουσιαστικά θα διευρύνει αντί να μειώσει το μέγεθος του συσσωρευμένου χρέους σε σχέση με την οικονομία τους, παρόλο ( ή ακριβώς επειδή) θα έχουν προβεί σε περικοπές δαπανών.

Ο τρόπος με τον οποίο η ανάπτυξη θα συνδυαστεί με τη λιτότητα παραμένει ένα μυστήριο γνωστό μονάχα στους φανατικά πιστούς των οικονομικών της προσφοράς και όχι στους σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς της Βόρειας Ευρώπης, οι οποίοι δεν έχουν σταματήσει να ζητούν ένα «αναπτυξιακό σχέδιο» ή ένα «Σχέδιο Μάρσαλ» για τα μεσογειακά κράτη-μέλη της ΟΝΕ. Οι ενδείξεις, από την άλλη πλευρά, δείχνουν ότι ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός εκείνων που δραστηριοποιούνται στις «αγορές» και στους διεθνείς οργανισμούς, υιοθετεί τη Θατσερική πεποίθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη στηρίζεται στη βάση δύο λογιών «εργασιακών κινήτρων»: Ακόμη υψηλότερα μπόνους και κέρδη για τους πλούσιους- επενδυτές και μάνατζερς- συνδυασμένα με ακόμη χαμηλότερους μισθούς και χαμηλότερα επιδόματα κοινωνικής πολιτικής για τους φτωχούς. Το αποτέλεσμα, διόλου αθέλητο, θα είναι μία περαιτέρω αύξηση της ανισότητας ανάμεσα στα υψηλότερα και τα χαμηλότερα εισοδήματα μέσα στις δημοκρατικές κοινωνίες. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με εγκυρότητα αυτήν τη στιγμή αν η συγκεκριμένη εξέλιξη θα είναι πολιτικά βιώσιμη. Από την πλευρά μας θεωρούμε ότι το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι, αυτή τη φορά, μία ακόμη ενίσχυση της πολιτικής απάθειας, όπως συμβαίνει τα τελευταία 25 χρόνια, αλλά μία αναστροφή αυτής της κυρίαρχης τάσης στην κατεύθυνση της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης.

Κλείνουμε αυτό το κείμενο επαναλαμβάνοντας πως επειδή δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς πώς θα διαμορφωθεί η πολιτική σε ένα δημοκρατικό καθεστώς με μόνιμη λιτότητα στα (προς το παρόν) πλούσια δημοκρατικά καπιταλιστικά κράτη που συγκυβερνούμενα από τις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίων. Οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί προβλέπονται, πλέον, συνταγματικά στις Ευρωπαϊκές δημοκρατίες κατόπιν διεθνούς συμφωνίας, ή στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου επιβάλλονται από την εθνική κυβερνητική πολιτική. Σε λίγα χρόνια, οι ΗΠΑ ίσως είναι το μοναδικό κράτος στον Δυτικό Κόσμο που θα εξακολουθεί να σωρεύει δημόσιο χρέος. Οι συνέπειες που θα έχει αυτή η κατάσταση στις διεθνείς σχέσεις, στην εσωτερική πολιτική και στα οικονομικά της Ευρώπης και των ΗΠΑ, είναι πολύ νωρίς ακόμη να συνυπολογιστούν.

Βιβλιογραφία

Crouch, C.(2004) Post-Democracy, Cambridge: Polity [Κόλιν Κράουτς,(2006), Μεταδημοκρατία, Αθήνα: Εκκρεμές, σε μετάφραση Αλέξανδρου Κιουπκιολή]

Dahl,R. (1969) Pluralist Democracy in the United States. Chicago: McNally.

Hirschman, A.O.(1970) Exit, Voice and Loyalty, Cambridge: Cambridge University Press. [Hirschman, A.O.(2002) Αποχώρηση, Διαφωνία, Αφοσίωση, Αθήνα: Παπαζήση, σε μετάφραση Τίνας Πλυτά]

Morel et.al.(2012) Towards a Social Investment Welfare State?, Bristol: Policy Press

Μετάφραση: Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος
Rednotebook, Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013 (Το καθεστώς της Λιτότητας και το μέλλον της Δημοκρατίας)

Ηθικούς ενδοιασμούς, ασφαλώς δεν έχουν, οι Μακιαβέληδες!

34 χρονών νεκρός!

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι είναι αυγουλοκέφαλο το κάθαρμα που μαχαίρωσε δυο φόρες το θύμα του και…. που τη δεύτερη, όπως τονίζουν με έμφαση τα βοθροκάναλα, έστριψε και
τη λάμα του μαχαιριού μέσα στο στήθος του αδικοσκοτωμένου συνανθρώπου
μας.

Πρώτα από όλα, ας μη μας διαφεύγει το προφανές, το γεγονός δηλαδή ότι
όλη αυτή η αναμπουμπούλα δημιουργεί βολικό θόρυβο που σκεπάζει για
λίγο, για αύριο, τις πομπές της κυβέρνησης των Ολετήρων∙ για μεθαύριο
έχει ο Βερζεβούλης.

Δε θα μου έκανε καθόλου εντύπωση αν μάθαινα ότι ο φονιάς δεν
πληρώθηκε από τα ταμεία των Αυγουλοκέφαλων, αλλά από άλλους που
κινούνται με φαεινές ιδέες εκπορευόμενες από τα υπόγεια του Μεγάρου της
Αλήθειας εκείνων που κυβερνούν.

Μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά τα σκοτεινά μυαλά, ένθεν κι ένθεν, έχουν
διαθέσιμα ταμεία γεμάτα λεφτά από τους φόρους μας και μπορούν να
πληρώνουν τους φονιάδες! Ηθικούς ενδοιασμούς, ασφαλώς δεν έχουν, οι
Μακιαβέληδες!

Εξάλλου, όσο θα βαθαίνει ετούτη η κρίση, τόσο φτηνότερη θα γίνεται
και η ανθρώπινη ζωή∙ αναλόγως φθηνότερη κι η κάθε λογής προβοκάτσια.

Είναι λογικό, δε λέω -και βολικό από μια μεριά, θα συμπλήρωνα- να
πιστεύει κανείς ότι ο φονιάς ήταν αυγουλοκέφαλος, αφού μάλιστα
εντοπίστηκε και αποδεικτικό υλικό: μαζί με τα φονικά σύνεργα, βρέθηκε
και προκήρυξη των Αυγουλοκέφαλων στο σπίτι του φονιά, ίσως δίπλα στο
κομοδίνο του, για να τον παίρνει ευκολότερα τα βράδια ο ύπνος, για να
πηγαίνει γρηγορότερα να κάνει παρέα με τις Ερινύες του, το κάθαρμα.

Αλλά θα ήταν εξίσου λογικό να έχει μεθοδευθεί ετούτη η ειδεχθής πράξη
από άλλα κέντρα, αφού μια χαρά βολεύεται η κυβέρνηση των Ολετήρων από
την φρίκη που σκορπά η είδηση του μαχαιρώματος στους ξεπεσμένους
νοικοκυραίους που κάποτε τους υποστήριζαν, αλλά τώρα, καθώς γυρνάνε
σιγά-σιγά, από την ιταλική παντόφλα στην κινέζικη σαγιονάρα, μαζί
γυρνάνε και την πλάτη στους Ολετήρες, ζητώντας αίμα και τιμή -και τις
ιταλικές τους παντόφλες πίσω.

Συντρέχουν, λοιπόν, κι άλλοι λόγοι που ευνοούν το δίδυμο της συμφοράς
που μας κυβερνά. Αυτό το κακέκτυπο του Χοντρού και του Λιγνού και της
κουστωδίας τους, που με την απάθειά μας τους επιτρέπομε να μας κυβερνούν
ακόμα –για να το πω σωστότερα.

Ας το πάρουμε απόφαση, βρισκόμαστε μπροστά στην αναίσχυντη δράση
μεταξύ παρακρατικών εγκληματικών οργανώσεων. Όποιος κι αν είναι ο ηθικός
αυτουργός αυτού του εγκλήματος, ένα πράγμα είναι βέβαιο: η ατέλειωτη
κατάπτωση αυτής της κοινωνίας, η κατρακύλα, δε φτάνει να έχει τέλος κι
ας έχει αρχίσει να γίνεται αφόρητη και στους πιο χοντρόπετσους η
σημερινή κατάσταση και να θυμίζει ιστορικά αναγνώσματα εποχών που κανείς
νεότερος άνθρωπος δεν θέλει να ζήσει κι ο ίδιος.

Το μόνο που θα μπορούσε να ευχηθεί κανείς αυτή τη στιγμή, θα ήταν να
μη βρεθούν τίποτα θερμοκέφαλοι επαναστάτες να πάνε να ξεκοιλιάσουν
κανέναν ανεγκέφαλο, αυγουλοκέφαλο, δίκην αντιποίνων.

Μόνο οι βεντέτες μας έλειπαν ετούτες τις ώρες…

Ετούτες τις ώρες, πρέπει να μείνομε προσηλωμένοι στη σύνταξη ενός
χάρτη εξόδου από ετούτον τον εφιάλτη που ζούμε κι όχι να κάνομε τον
κοινωνικό μας περίγυρο ακόμα πιο τρομακτικό, ακόμα χειρότερο.

Εξάλλου ακριβώς σε κάτι τέτοιες αντιδράσεις ποντάρουν και οι Ολετήρες.

Όπως μπουκάρανε οι αστυνόμοι του κράτους τους χθες στα γραφεία των
Αυγουλοκέφαλων, αλλά έφυγαν άπρακτοι, έτσι θα βρουν αφορμή –πάντα με
εισαγγελέα- για να αρχίσουν να μπουκάρουν στις καταλήψεις που έχουν
απομείνει και στους άλλους χώρους κοινωνικής αντίστασης. Για να βρουν
ενόχους. Για να βρουν αποδεικτικά στοιχεία. Για να φυτέψουν, αν
χρειαστεί, αποδεικτικά στοιχεία. Αλλά από εκεί δε θα φύγουν άπρακτοι.
Εκεί θα καρφώσουν τα παράθυρα και θα χτίσουν τις πόρτες πριν φύγουν.

Γι’ αυτό, προσοχή ρεμάλια, μην τσιμπήσετε το δόλωμα…

Αλέξανδρος Raskolnick
Τρελλό κουνέλι, Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013 (Ηθικούς ενδοιασμούς, ασφαλώς δεν έχουν, οι Μακιαβέληδες!) 

Όταν η ιδιοτέλεια σε σπρώχνει να ξεχνάς ακόμη και τα πιο προφανή…

Το να κάνεις προτάσεις για την κρίση και μάλιστα της
ευρωζώνης, προϋποθέτει ότι, αφενός, γνωρίζεις ποιο είναι το πρόβλημα και,
αφετέρου, είσαι σοβαρός σ’ αυτά που προτείνεις. Το κατά πόσο είναι ορθά αυτά ή
όχι, κρίνεται εκ των υστέρων. Τα λέμε αυτά γιατί οι περίφημες 4 προτάσεις των
Βαρουφάκη, Γκάλμπρεϊθ και Χόλαντ στερούνται και σοβαρότητας και γνώσης του
προβλήματος.
Μάλιστα, ως προς τον χαρακτήρα τους, είναι τόσο προκλητικά υπέρ
της κερδοσκοπίας στις διεθνείς αγορές χρέους και νομίσματος, που λες και τους
έβαλαν να τις κάνουν οι πιο αδίστακτοι κερδοσκόποι σαν τον Σόρος.
Καταρχάς, οι επιφανείς αυτοί οικονομολόγοι δεν έχουν ιδέα σε
τι πράγμα αναφέρονται. Για τους κυρίους αυτούς η κρίση της ευρωζώνης δεν
υπάρχει. Ναι, καλά ακούσατε δεν υπάρχει. Απαρτίζεται από τέσσερεις
διαπλεγμένες, άλλες, διακριτές κρίσεις, οι οποίες εκδηλώθηκαν κατά λάθος, ή
εξεπίτηδες, δεν έχει καμιά σημασία. Αυτές είναι μια «τραπεζική κρίση», μια
«κρίση χρέους», μια «κρίση επενδύσεων» και μια «κοινωνική κρίση». Καμιά από
αυτές – ως δια μαγείας – δεν έχει σχέση με το ευρώ. Και καμιά από αυτές – πάλι
ως δια μαγείας – δεν είναι συστημική, δηλαδή δεν αφορά στον τρόπο λειτουργίας
του παγκόσμιου συστήματος των αγορών. Είναι κάτι που απλά συνέβη.
Εδώ που τα λέμε καμιά τους δεν έχει σχέση με τίποτε απ’ ότι
έχει συμβεί τις τελευταίες δυο….
δεκαετίες στις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου.
Τουλάχιστον έτσι μας παρουσιάζουν τα πράγματα οι επιφανείς οικονομολόγοι. Ούτε
με την υπερδιόγκωση και τον υδροκεφαλισμό των αγορών κεφαλαίου, που έχει σαν
αποτέλεσμα τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία να ανέρχονται
στα 206 τρις δολ. το 2007, ήτοι στο 355% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Ούτε με το γεγονός
ότι αυτή η ιστορικά πρωτοφανής συγκέντρωση χρηματοπιστωτικών περιουσιακών
στοιχείων γέννησε διεθνείς τράπεζες τέρατα που ξεπερνούν σε μέγεθος ακόμη και
τα μεγαλύτερα κράτη της υφηλίου. Και προκειμένου να αναχρηματοδοτούνται αυτές
οι τερατογεννέσεις δημιουργήθηκε μια πρωτοφανής αγορά παραγώγων ονομαστικής
αξίας 596 τρις δολαρίων τον Δεκέμβριο του 2007, η οποία τον Δεκέμβριο του 2012
έφτασε τα 632 τρις δολάρια, αλλά και μια διεθνής αγορά συναλλάγματος με
ημερήσιο τζίρο το 2007 της τάξης των 3,3 τρις δολαρίων και το 2010 της τάξης
των 4,0 τρις δολαρίων.
Αυτή η τερατογέννεση έκανε ακόμη και τον Λορέντζο Μπίνι
Σμάγκι, παλιό μέλος της διοικούσας της ΕΚΤ, να αναρωτηθεί στις 15/4/2010:
«Μήπως ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει μεγαλώσει υπερβολικά;» Η απάντηση ήταν
ναι. Κι αυτή η τερατογέννεση δεν βρήκε πουθενά αλλού πιο γόνιμο έδαφος από την
ευρωζώνη όπου το κοινό νόμισμα σχεδιάστηκε γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, δηλαδή
να δώσει την δυνατότητα στις ευρωπαϊκές τράπεζες να ελέγξουν απόλυτα – όσο
πουθενά αλλού στον πλανήτη – τη νομισματική και πιστωτική κυκλοφορία όλων των
κρατών μελών,  των νοικοκυριών και των
επιχειρήσεων της ευρωζώνης. Έτσι η ίδια η ύπαρξη του ευρώ εξαρτήθηκε από την
γιγάντωση του χρηματοπιστωτικού τομέα της ευρωζώνης, αλλά και από την
δυνατότητά του να παίζει έναν διεθνή ρόλο αντίστοιχο με εκείνον του δολαρίου
στις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου και συναλλαγών.
ΠΛΗΡΩΝΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ
Το γιατί έγιναν όλα αυτά, μην το ψάχνετε. Ούτε οι επιφανείς
οικονομολόγοι το ψάχνουν, δεν τους απασχολεί. Ούτε εμείς θα κάτσουμε να
εξηγήσουμε ότι όλα αυτά είναι ιστορικά προϊόντα μιας πρωτοφανούς
υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο.
Όχι μόνο γιατί οι επιφανείς οικονομολόγοι δεν γνωρίζουν ούτε
καν τι σημαίνει «συσσώρευση του κεφαλαίου», αλλά γιατί δεν είναι ανάγκη να
αντιλαμβάνεται κανείς σε βάθος τις αιτίες ενός φαινομένου, για να διαπιστώσει
κάτι τόσο προφανές όπως τον τρομακτικό υδροκεφαλισμό των χρηματαγορών και των
τραπεζών που κυριολεκτικά πνίγει τη σημερινή οικονομία και κοινωνία. Δεν
χρειάζεται να γνωρίζεις την γεωλογική σύσταση ενός τεράστιου βράχου, ή τι έγινε
και έπεσε, για να διαπιστώσεις ότι έχει κυλίσει και σου έχει ισοπεδώσει το
σπίτι. Αρκεί το προφανές.
Οι επιφανείς οικονομολόγοι όμως ούτε καν το προφανές δεν
διαπιστώνουν. Το γεγονός δηλαδή ότι οι τερατογενέσεις αυτές αντιστοιχούν σε
τρομακτική συγκέντρωση οικονομικής δύναμης και πολιτικής ισχύος, ούτε που τους
περνά από το μυαλό. Όπως και το γεγονός ότι η ίδια η λογική αυτής της
συγκέντρωσης δεν τους επιτρέπει να σταματήσουν μπροστά σε τίποτε, μπροστά σε
κανένα έγκλημα, σε καμιά απάτη, σε κανενός είδους κοινωνική, ή άλλη ευαισθησία
προκειμένου να εξασφαλίσουν την παραπέρα επέκτασή τους σε βάρος της πραγματικής
οικονομίας και της ζωντανής εργασίας, επίσης δεν τους απασχολεί. Αυτή είναι η
χαρά του να είσαι διαπρεπής ακαδημαϊκός οικονομολόγος. Μπορείς να αγνοείς με
τον πιο προκλητικό τρόπο τα πιο προφανή κι έπειτα να έχεις το θράσος να
καταθέτεις προτάσεις που θα πρέπει οι υπόλοιποι να πάρουν στα σοβαρά. 
Ποια ήταν η κυρίαρχη τάση στην αντιμετώπιση της κρίσης σε
ΗΠΑ και Ευρώπη μετά το κραχ του 2008; Το σύνολο των πόρων της πραγματικής
οικονομίας, είτε με την μορφή χρήματος, είτε με την μορφή εισοδημάτων και
εργασίας, τέθηκαν στη διάθεση των κεφαλαιαγορών προκειμένου να συνεχίσουν να
μεγεθύνονται με ακόμη πιο εκτρωματικό τρόπο. Και μαζί μ’ αυτές οι τραπεζικοί
κολοσσοί. Τα κράτη και οι διεθνείς μηχανισμοί ταυτίστηκαν όσο ποτέ άλλοτε με
αυτές τις τερατογενέσεις της χρηματαγοράς και λειτούργησαν ως μεσίτες, ως
μηχανισμοί βίαιης αναδιανομής σε βάρος της κοινωνίας και της πραγματικής
οικονομίας προκαλώντας μια «ανθρωπιστική κρίση» πρωτοφανών διαστάσεων ακόμη και
στην καρδιά του πάλαι ποτέ ανεπτυγμένου κόσμου.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΡΑΤΟΓΕΝΕΣΗ
Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Ας δούμε τι συνέβη με τα παγκόσμια
χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, που περιλαμβάνουν την αξία
κεφαλαιοποίησης των χρηματιστηρίων, τα κρατικά και επιχειρηματικά ομόλογα,
καθώς και τα δάνεια. Το 1980 αυτά τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά
στοιχεία ανέρχονταν γύρω στα 12 τρις δολάρια ήτοι το 120% του παγκόσμιου ΑΕΠ σε
τρέχουσες τιμές. Μέσα σε μια δεκαετία, δηλαδή έως το 1990, τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά
περιουσιακά στοιχεία ανήλθαν στα 56 τρις δολάρια, ήτοι στο 263% του παγκόσμιου
ΑΕΠ. Η μέση ετήσια άνοδος αυτών των περιουσιακών στοιχείων τη δεκαετία 1980-90
ήταν 16,7%. Η εκτίναξη αυτή ήταν προϊόν της βαθύτερης έως τότε μεταπολεμικής
ύφεσης, που συνοδεύτηκε από τη γενικευμένη «κοινωνική ρεβάνς» του Θατσερισμού
και του Ρηγκανισμού παγκόσμια, καθώς και το άνοιγμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού»
στις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς.
Ως το 2000 τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά
στοιχεία είχαν ανέλθει στα 119 τρις δολάρια, ήτοι στο 310% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Στη δεκαετία 1990-2000 η μέση ετήσια άνοδός τους ήταν 7,8% και συνοδεύτηκε με
την ανατροφοδότηση του χρέους των εξαρτημένων χωρών και κυρίως του λεγόμενου
«τρίτου κόσμου», που συνοδεύτηκε με την επιβολή άγριων πολιτικών
ιδιωτικοποίησης και ανοίγματος των αγορών παντού, την ολοκληρωτική και δόλια
κατάρρευση των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, ώστε να χρησιμοποιηθούν
από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου ως σύγχρονο Ελντοράντο για τους πιο αδίστακτους
τραπεζίτες και επενδυτές. Την δεκαετία αυτή είχαμε ένα κύμα χρεοκοπιών στη
Λατινική Αμερική, στην Ασία, στην Ανατολική Ευρώπη με πρώτη και κύρια την
Ρωσία, που αντί να τιθασεύσουν την διόγκωση των αγορών κεφαλαίου πυροδότησαν
ένα νέο τσουνάμι δανεισμού και χρηματοπιστωτικής επέκτασης διεθνώς.
Το 2007 τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία
έφτασαν στο υψηλότερο σημείο τους πριν το κραχ του φθινοπώρου του 2008. Το
2000-2007 η μέση ετήσια αύξηση των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων
ανερχόταν σε 8,1%. Η εκτίναξη αυτή πυροδοτήθηκε από το άνοιγμα όλων των κρουνών
χρήματος που ακολούθησε το κραχ του 2001 και την κήρυξη του «πολέμου κατά της
τρομοκρατίας», μαζί με την τρομακτική πιστωτική επέκταση που ακολούθησε την
εισαγωγή του ευρώ όχι μόνο στην ευρωζώνη, αλλά και διεθνώς.
Το κραχ του 2008 εξανέμισε 28 τρις δολάρια από τις
κεφαλαιοποιήσεις των χρηματιστηρίων έως το τέλος του έτους, δημιουργώντας ένα
τεράστιο πρόβλημα επενδύσεων κυρίως στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που δεν έχει
ακόμη ξεπεραστεί. Οι υπόλοιπες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών περιουσιακών
στοιχείων γνώρισαν αύξηση κατά 11 τρις δολάρια μέσα στην ίδια χρονιά. Έτσι το
σύνολο των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν κατά 3 τρις δολάρια, προκειμένου τα
κράτη να φορτωθούν ζημιές των τραπεζών και της αγοράς. Τα ομόλογα
χρηματοδότησης του χρηματοπιστωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 3 τρις δολάρια, για
να αναπληρώσουν μέρος της χασούρας του χρηματιστηρίου. Τα τιτλοποιημένα δάνεια
αυξήθηκαν διεθνώς κατά 1 τρις δολάρια, ενώ τα μη τιτλοποιημένα κατά 4 τρις
δολάρια. 
Το 2008 τελικά, λόγω του κραχ, τα παγκόσμια
χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία υπέστησαν μια καθίζηση της τάξης του
-8,3% και έπεσαν στα 189 τρις δολάρια, ήτοι στο 307% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Προκειμένου να μην συνεχιστεί αυτή η πτώση δαπανήθηκαν δεκάδες τρις δολάρια από
τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς, που αντλήθηκαν από την πραγματική
οικονομία, τα εισοδήματα των εργαζομένων και την παραγωγή. Το αποτέλεσμα ήταν
το 2009 να επανέλθουν τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στα
206 τρις δολάρια, ήτοι στο 339% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το 2010 ανέβηκαν στα 219
τρις δολάρια, ήτοι στο 335% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ το 2011 υπέστησαν μια
ελαφρά μείωση πέφτοντας στα 218 τρις δολάρια, ήτοι στο 312% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Το 2012 όμως ξεπέρασαν τα 225 τρις δολάρια, ήτοι το 312% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Η μεγάλη αγωνία ολόκληρου του συστήματος, από τα επιτελεία
της ευρωζώνης, έως τα επιτελεία της Ουάσινγκτον έγκειται στο γεγονός ότι, παρά
την τρομακτική υποτίμηση της πραγματικής οικονομίας και των εργαζομένων υπέρ
των χρηματαγορών και των τραπεζικών κολοσσών, τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά
περιουσιακά στοιχεία δεν μπόρεσαν να επανέλθουν στους ρυθμούς ανόδου προ του
2007. Έτσι από το 2008 έως το 2012 η μέση ετήσια αύξησή τους ήταν της τάξης του
4,7%.
ΠΟΙΟΣ ΣΥΝΤΗΡΕΙ ΤΟ
ΥΔΡΟΚΕΦΑΛΟ ΤΕΡΑΣ;
Γιατί όμως η επέκταση αυτού του υδροκέφαλου τέρατος είναι
τόσο ζωτικής σημασίας για το κυρίαρχο σύστημα;
Πρώτο, γιατί από την επέκτασή του εξαρτώνται οι μεγαλύτερες
περιουσίες του πλανήτη. Οι μεγάλες περιουσίες αποτελούνται κατά κύριο λόγο από
χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή από άυλα περιουσιακά στοιχεία
που αντλούν αξία από μια συμβατική ή χρεωστική απαίτηση. Όπως π.χ. είναι οι
τραπεζικές καταθέσεις, τα ομόλογα και οι μετοχές. Η εκρηκτική άνοδος των
χρηματαγορών έδωσαν την δυνατότητα στις μεγαλύτερες περιουσίες του πλανήτη να
μετατοπιστούν σε περισσότερο ρευστά περιουσιακά στοιχεία, από την γη, τα
ακίνητα και άλλες μορφές ενσώματων πάγιων στοιχείων. Κι επομένως η διατήρηση,
αλλά και η αύξηση αυτών των περιουσιών εξαρτάται από την δυναμική των
χρηματαγορών. Όσο περισσότεροι άυλοι τίτλοι και χρεωστικές απαιτήσεις
συσσωρεύονται στις ήδη εκρηκτικά διογκωμένες αγορές χρήματος και πίστης, τόσο
καλύτερα για τις μεγαλύτερες περιουσίες του πλανήτη.
Πόσες είναι αυτές; Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση με τίτλο
World Wealth Report από την Cap Gemini και την RBC Wealth Management, ο αριθμός
για το 2012 των πιο πλούσιων ανθρώπων του πλανήτη με πάνω από 1 εκατομμύριο
δολάρια προσωπική περιουσία ανήλθε στα 12 εκατομμύρια άτομα, δηλαδή μόλις το
0,017% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η συνολική αξία του πλούτου που κατέχουν αυτά
τα άτομα ανερχόταν την ίδια χρονιά στα 46,2 τρις δολάρια. Αν σκεφτεί κανείς ότι
το 2012 το παγκόσμιο ΑΕΠ, σύμφωνα με το ΔΝΤ, ήταν 71,7 τρις δολάρια, τότε οι
περιουσίες των πιο πλούσιων ανθρώπων της ίδιας χρονιάς αντιστοιχούσαν στο 64,4%
του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Ποια είναι η σύνθεση αυτών των περιουσιών; Σύμφωνα με την
έκθεση, το πρώτο τρίμηνο του 2013 οι περιουσίες των πιο πλούσιων ανθρώπων του
πλανήτη αποτελούνταν κατά 28,2% μετρητά και καταθέσεις, 26,1% μετοχές, 20,0% γη
και ακίνητα, 15,7 επενδύσεις σταθερού εισοδήματος (κυρίως ομόλογα κρατικά και
επιχειρήσεων) και 10,1% από εναλλακτικές επενδύσεις (δομημένα προϊόντα, hedge
funds, παράγωγα, FOREX, εμπορεύματα, ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια). Το 2007 οι
περιουσίες των πιο πλούσιων ανθρώπων του πλανήτη ανέρχονταν συνολικά σε αξία
στα 40,7 τρις δολάρια, εκ των οποίων το 33% ήταν μετοχές, το 27% επενδύσεις
σταθερού εισοδήματος, το 17% μετρητά και καταθέσεις, το 14% σε γη και ακίνητα,
ενώ το 9% σε εναλλακτικές επενδύσεις.  
Το 2007 εκτιμούσε η τότε έκθεση ότι, με βάση τους ρυθμούς
επέκτασης της διεθνούς χρηματαγοράς, οι περιουσίες των πιο πλούσιων ανθρώπων
του πλανήτη θα έφταναν αισίως το 2012 στα 59,1 τρις δολάρια συνολική αξία. Το
κραχ του 2008 τίναξε στον αέρα την πρόβλεψη εκείνη και σήμερα εκτιμάται ότι αν
επιτευχθεί μια μέση ετήσια αύξηση της τάξης του 6,5% οι περιουσίες αυτές θα
φτάσουν σε συνολική αξία το 2015 στα 55,8 τρις δολάρια. Για να επιτευχθεί κάτι
τέτοιο δεν εξαρτάται τόσο από την επέκταση της πραγματικής οικονομίας, ούτε του
ΑΕΠ. Ούτε καν από την παραδοσιακή κερδοφορία των επιχειρήσεων. Εξαρτάται
πρωτίστως από τον ρυθμό επέκτασης της χρηματαγοράς, από τον ρυθμό αύξησης των
παγκόσμιων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Και κυρίως από την
παραπέρα διόγκωση των χρεωστικών απαιτήσεων σε βάρος κρατών, επιχειρήσεων και
νοικοκυριών. Συνεπώς από την ακόμη μεγαλύτερη διόγκωση των επενδυτικών
κεφαλαίων και των μεγάλων διεθνών τραπεζών.
Η ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΩΝ
ΣΥΝΟΡΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΕΘΝΗ ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ

Δεύτερο, από τον υδροκεφαλισμό των διεθνών χρηματαγορών
εξαρτάται και η διασυνοριακή κίνηση κεφαλαίου, η οποία περιλαμβάνει τον
δανεισμό, τις άμεσες ξένες επενδύσεις και τις αγορές μετοχών και ομολόγων άλλων
χωρών. Η διασυνοριακή κίνηση κεφαλαίου αποτελεί την βασική κινητήρια δύναμη της
παγκοσμιοποίησης και του ανοίγματος των οικονομιών παγκόσμια στις δυνάμεις της
διεθνούς αγοράς. Από 0,5 τρις δολάρια το 1980, ήτοι το 4% του παγκόσμιου ΑΕΠ,
έφτασε έως το 2000 στα 4,9 τρις δολάρια, ήτοι στο 13% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το
2007 κορυφώθηκε στα 11,8 τρις δολάρια, ήτοι στο 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ, για να
πέσει την επόμενη χρονιά στα 2,2 τρις δολάρια και το 2009 στα 1,7 τρις δολάρια.
Το 2010 ανάκαμψε στα 6,1 τρις δολάρια για να πέσει στα επόμενα δυο χρόνια στα
5,3 τρις δολάρια το 2011, δηλαδή στο 8% του παγκόσμιου ΑΕΠ και στα 4,6 τρις
δολάρια το 2012, ήτοι στο 6% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Συνολική πτώση από την εποχή
της κορύφωσης το 2007 της τάξης άνω του 60%.
Η δημιουργία της νομισματικής ένωσης και του κοινού
νομίσματος διευκόλυνε όσο δεν έπαιρνε το άνοιγμα των οικονομιών στην
χρηματιστική παγκοσμιοποίηση. Κύριος μοχλός τα διασυνοριακά δάνεια που στην
ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά 19% την περίοδο 2000-07. Ποσοστό ρεκόρ παγκόσμια.
Μεγάλος κερδισμένος το ευρωπαϊκό τραπεζικό καρτέλ με επικεφαλής την ΕΚΤ, το οποίο
επεκτάθηκε με πρωτοφανείς ρυθμούς τόσο εντός της ευρωζώνης, όσο και εκτός,
διαμέσου κυρίως του διατραπεζικού δανεισμού, τον απευθείας δανεισμό σε ξένους
δανειολήπτες και της αγοράς ξένων ομολόγων και μετοχών. Η συνολική αξία των
διασυνοριακών απαιτήσεων σε εκκρεμότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών ανήλθε από 8,1
τρις δολάρια το 2000 σε 20,7 τρις δολάρια το 2007.
Αν σκεφτεί κανείς ότι το ΑΕΠ ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης
το 2007 ανερχόταν σε 15,7 τρις δολάρια από 10,6 τρις δολάρια το 2000,
αντιλαμβάνεται κανείς τις διαστάσεις επέκτασης του ευρωπαϊκού τραπεζικού
καρτέλ. Έως το 2007 οι Ευρωπαϊκές τράπεζες κατείχαν το 74% του συνόλου όλων των
διασυνοριακών τραπεζικών απαιτήσεων που προέρχονταν από τις ανεπτυγμένες
οικονομίες. Το τσουνάμι αυτό τραπεζικής επέκτασης διευκόλυνε την επέκταση των
μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρηματικών ομίλων και επενδυτών. Οι ετήσιες άμεσες
ξένες επενδύσεις από Ευρωπαίους επενδυτές αυξήθηκαν από 1,1 τρις δολάρια το
2000 στα 1,6 τρις δολάρια το 2007, ενώ οι διασυνοριακές επενδύσεις χαρτοφυλακίου
(ομόλογα και μετοχές) αυξήθηκαν από 1,2 σε 1,4 τρις δολάρια την ίδια περίοδο.
Το 60% αυτών των επενδύσεων ήταν ενδοευρωπαϊκές.
ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ Η ΜΕΡΙΔΑ
ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΟΣ
Η Γερμανία απέσπασε την μερίδα του λέοντος. Χάρις κυρίως
στην ευρωζώνη μετατράπηκε σε μια από τις κυρίαρχες οικονομίες στην εξαγωγή
κεφαλαίου στην Ευρώπη και παγκόσμια. Από 3,3% του ΑΕΠ της που ήταν το 2000 η
καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Γερμανίας, εκτινάχθηκε στο 26,5% το 2007 για
να φτάσει το 2012 στο 40,4%. Δηλαδή το 2012 η Γερμανία εξήγαγε σε καθαρή βάση
(δηλαδή μείον το κεφάλαιο που εισήχθη στην Γερμανία) κεφάλαιο αξίας κοντά στο
1,1 τρις ευρώ. Περί τα 100 δις λιγότερο απ’ όσο εισήγαγε καθαρά το σύνολο των
χωρών της ευρωζώνης την ίδια χρονιά.
Το 2001 η Γερμανία αντιπροσώπευε λιγότερο από το 2,4% του
συνολικού εξαγόμενου κεφαλαίου παγκόσμια. Την επόμενη ακριβώς χρονιά η Γερμανία
ανεβαίνει ορμητικά στο 9,2% του συνολικού εξαγόμενου κεφαλαίου παγκόσμια και
κατακτά την 2η θέση ανάμεσα στις χώρες καθαρής εξαγωγής κεφαλαίου με πρώτη την
Ιαπωνία (20,9%). Το 2007 η Γερμανία κατείχε το 14,5% της παγκόσμιας εξαγωγής
κεφαλαίου με πρώτη αυτή την φορά την Κίνα (21,3%) και τρίτη την Ιαπωνία
(12,1%). Το 2012 η Γερμανία κατείχε το 14,8% της παγκόσμιας εξαγωγής κεφαλαίου
και ήταν πρώτη ανάμεσα στις χώρες που εξήγαν κεφάλαιο στην παγκόσμια οικονομία
με δεύτερη την Κίνα (13,3%).    
Ο αγώνας της Γερμανίας είναι να κρατήσει πάση θυσία αυτή την
δεσπόζουσα θέση στην εξαγωγή κεφαλαίου παγκόσμια. Ωστόσο, η εξαγωγική δυναμική
της Γερμανίας εξαρτάται πρώτα και κύρια από το όλο και μεγαλύτερο άνοιγμα των
υπολοίπων χωρών της ευρωζώνης ως οικονομίες καθαρής υποδοχής κεφαλαίου. Έστω κι
αν χρειαστεί να τους επιβληθεί με την πιο απροκάλυπτη βία, καθώς η διασυνοριακή
επέκταση του τραπεζικού καρτέλ που το εξασφάλιζε μέχρι πριν 2-3 χρόνια έχει
υποστεί καθίζηση. Από το τέλος του 2007 οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν μειώσει
τον διασυνοριακό δανεισμό και τις άλλες απαιτήσεις τους κατά 3,7 τρις δολάρια,
εκ των οποίων τα 2,8 τρις δολάρια προέρχονται από ενδοευρωπαϊκές απαιτήσεις. Το
50% περίπου αυτής της μείωσης προέρχεται από τον διασυνοριακό διατραπεζικό δανεισμό.
Το υπόλοιπο αποδίδεται σε πωλήσεις επιχειρηματικών και κρατικών ομολόγων, καθώς
και μετοχών άλλων χωρών.
Προκειμένου να διασωθεί το τραπεζικό καρτέλ της ευρωζώνης οι
κυβερνήσεις, η ΕΚΤ και τα επιτελεία του ευρώ έστησαν ολόκληρο μηχανισμό με
στόχο να αντισταθμίσουν την χασούρα των τραπεζών. Οι ενισχύσεις που εισέπραξε
και εξακολουθεί να εισπράττει το τραπεζικό καρτέλ της ευρωζώνης, το βοήθησε να
αντισταθμίσει την πτώση στις διασυνοριακές απαιτήσεις του με την αύξηση της
πιστωτικής εκμετάλλευσης της εγχώριας αγοράς. Έτσι ο εγχώριος δανεισμός και οι
αγορές εγχώριων ομολόγων στην ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά 3,8 τρις δολάρια από τα
τέλη του 2007. Το αποτέλεσμα ήταν σε 11 από τις 17 χώρες της ευρωζώνης τα
ενεργητικά των τραπεζών να αυξηθούν αντί να συρρικνωθούν.
ΤΑ ΑΛΗΘΙΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Αυτή είναι η πραγματικότητα της κρίσης στην ευρωζώνη και όχι
η διαπλοκή των τεσσάρων κρίσεων που μας επικαλούνται οι επιφανείς
οικονομολόγοι. Επομένως, το πρώτο και βασικό ερώτημα που προκύπτει αβίαστα
είναι το εξής: Είναι βιώσιμο αυτό το «μοντέλο» χρηματοπιστωτικής επέκτασης με
τους τραπεζικούς κολοσσούς από την σκοπιά της πραγματικής οικονομίας και της
κοινωνίας; Ούτε κατά διάνοια. Γιατί λοιπόν θα πρέπει να συνεχιστεί αυτή η
χρηματιστική επέκταση και μάλιστα με όρους νομισματικής ένωσης που μας έχει
οδηγήσει στην κρίση που βιώνει με πρωτοφανή τρόπο κάθε λαϊκό νοικοκυριό; Γιατί
θα πρέπει να ενισχυθούν οι τράπεζες με ρευστότητα και ανακεφαλαιοποιήσεις, αντί
να τις αφήσουμε να χρεοκοπήσουν προκειμένου να «κουρευτεί» δραστικά η εκτρωματική
διόγκωση της χρηματαγοράς που σαν ένα τεράστιο καρκίνωμα παρασιτεί πάνω στην
πραγματική οικονομία;
Ο λόγος είναι απλός και δεν έχει καμιά σχέση ούτε με την
κρίση, ούτε με την ανάκαμψη. Όπως κι αν την βλέπει κανείς. Η λογική που
προτάσσει την ενίσχυση και τη διάσωση της χρηματαγοράς και των τερατογεννέσεών
της έχει σαν αφετηρία την διασφάλιση των συμφερόντων των μεγάλων περιουσιών. Κι
όντως. Αν αφεθούν οι διεθνείς τράπεζες και οι χρηματαγορές να πέσουν, να
χρεοκοπήσουν, προκειμένου να ανοικοδομηθούν από την αρχή, από μηδενικής βάσης
και μάλιστα με όρους εγχώριων αναγκών κάθε μιας εθνικής οικονομίας, τότε θα
συντριβούν οι μεγάλες περιουσίες και θα καταρρεύσει η χρηματιστική
αρχιτεκτονική της παγκοσμιοποίησης που εξασφαλίζει την εσαεί μεγέθυνσή τους. Βέβαια,
σε μια τέτοια περίπτωση η ζωντανή εργασία και το προϊόν που παράγει θα
απαλλαχθεί από το καθεστώς δουλοπαροικίας χρέους που της επιβάλλουν οι διεθνείς
χρηματαγορές κι έτσι οι εργαζόμενοι θα μπορούν να διεκδικήσουν καλύτερους όρους
ζωής και εργασίας, ενώ η οικονομία θα ανασάνει.
Τι έρχονται λοιπόν και προτείνουν οι επιφανείς
οικονομολόγοι; «Ούτε μία, ούτε δύο αλλά τέσσερις νέες προτάσεις για την επίλυση
της κρίσης στην Ευρωζώνη,» όπως μας πληροφορούν οι δημοσιογράφοι της πλάκας, ή
της διατεταγμένης υπηρεσίας.
Η πρώτη πρόταση αναφέρει ότι «οι τράπεζες οι οποίες έχουν
ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης από το ESM να απευθύνονται απευθείας Ταμείο, αντί να
υποχρεώνεται η κάθε κυβέρνηση να δανείζεται για λογαριασμό της τράπεζας.» Εδώ
μένει κανείς άναυδος. Δεν ξέρουν οι επιφανείς οικονομολόγοι ότι ο Ευρωπαϊκός
Μηχανισμός Σταθερότητας δανείζει με εγγύηση των κρατών της ευρωζώνης, δηλαδή με
εγγύηση των ευρωπαίων φορολογουμένων; Δεν ξέρουν ότι κάθε δανεισμός από τον ESM
συνοδεύεται αναγκαστικά με μνημόνιο εφαρμοζόμενης πολιτικής, είτε πρόκειται για
δανεισμό ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών, ή απευθείας κάποιου κράτους-μέλους; Δεν
ξέρουν, ή το κάνουν γαργάρα;
Επίσης, επισημαίνουν οι επιφανείς οικονομολόγοι ότι οι
κυβερνήσεις πρέπει να έχουν το δικαίωμα να παραιτούνται από την εποπτεία και
την επίλυση των παθογενειών μιας προβληματικής τράπεζας, με αποτέλεσμα οι
μετοχές να περάσουν στο ESM και την ΕΚΤ. Κι έτσι ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Σε μια
τέτοια περίπτωση δεν θα μπορεί να ασκηθεί έλεγχος στις ατασθαλίες, τις απάτες
και τις λοβιτούρες των τραπεζιτών. Εκτός κι αν πιστεύει κανείς ότι οι ομότιμοί
τους στον ESM και την ΕΚΤ θα ασκήσουν πραγματικό έλεγχο. Με την κάλυψη των
θεσμικών οργάνων της ευρωζώνης θα μπορέσει να συγκαλυφθεί η λεηλασία του
δημόσιου και ιδιωτικού χρήματος από τις τράπεζες, αλλά και τις χρηματαγορές,
για να μείνουν μόνο τα τραπεζικά χρέη και οι μαύρες τρύπες που θα πρέπει να
εγγυηθούν τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, δηλαδή οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Αυτό
το νόημα έχει και η Τραπεζική Ένωση που μεθοδεύεται από την ευρωζώνη.
Οι πιο κερδισμένοι απ’ όλους θα είναι οι κερδοσκόποι
ομολόγων και συναλλάγματος. Όπως ο Σόρος. Γιατί; Διότι πολύ απλά θα έχουν
καταφέρει να κερδοσκοπήσουν με τον δανεισμό της ευρωζώνης υπό την εγγύηση όχι
καθενός ξεχωριστά από τα κράτη μέλη, αλλά όλων των κρατών μελών μαζί. Το πιο
τρελό τους όνειρο βγαίνει αληθινό. Είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να τους
κάνει κανείς μετά το β(ευ)ρωομόλογο.
Η δεύτερη πρόταση αναφέρει ότι «η συνθήκη του Μάαστριχτ,
επιτρέπει σε κάθε μέλος-κράτος της Ε.Ε. να εξυπηρετεί εθνικό χρέος μέχρι το 60%
του Α.Ε.Π.. Από την αρχή της κρίσης το 2008, τα περισσότερα μέλη της Ευρωζώνης
έχουν ξεπεράσει αυτό το όριο. Προτείνουμε να δώσει η ΕΚΤ στα κράτη-μέλη την
ευκαιρία να μετατρέψουν το χρέος τους με την σύμβαση του Μάαστριχτ, ενώ τα
εθνικά μερίδια από το χρέος που θα μετατραπεί, θα συνεχίσουν να εξυπηρετούνται
από το κάθε κράτος μέλος». Η πρόταση αυτή όχι μόνο δεν μειώνει το χρέος του
κράτους οφειλέτη, αλλά μετατρέπει την ΕΚΤ σε εγγυητή της πληρωμής του έναντι
των δανειστών. Υπάρχει κάποια καλύτερη πρόταση για τους κερδοσκόπους που θέλουν
να παίξουν παιχνίδια με τα υποτιμημένα κρατικά ομολόγα της ευρωζώνης; Και
μάλιστα υπό την εγγύηση της ΕΚΤ.
Η τρίτη πρόταση κάνει λόγο για ένα νέο επενδυτικό πρόγραμμα
με το οποίο θα καταπολεμηθεί δήθεν η ύφεση. «Η Ε.Ε. έχει ήδη μια στρατηγική
ανάκαμψης και επαναφοράς στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανάκαμψης για το 2020, το
οποίο στην ουσία έχει «συρρικνωθεί» από την λιτότητα. Προτείνουμε να ξεκινήσει
η Ε.Ε. ένα νέο επενδυτικό πρόγραμμα για να καταπολεμηθεί η ύφεση, να ενισχυθεί
η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στον ιδιωτικό τομέα και
να ολοκληρωθούν οι δεσμεύσεις της Συνθήκης της Ρώμης, για την αναβάθμιση του
επίπεδου ζωής.»
Στην πραγματικότητα προτείνουν την επανεκκίνηση του Ευρωπαϊκού
Προγράμματος Ανάκαμψης για το 2020, το οποίο σκόνταψε όχι στην λιτότητα, όπως
λένε οι επιφανείς οικονομολόγοι, αλλά στην κατάρρευση της διασυνοριακής ροής
κεφαλαίου εντός της ευρωζώνης και εκτός. Να μην ξεχνάμε ότι το συγκεκριμένο
Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα στην ουσία του προωθείται με τα μνημόνια και το νέο Σύμφωνο
Σταθερότητας και Ανάπτυξης που έχει τεθεί ήδη σε ισχύ και στερεί ακόμη και την
σύνταξη του προϋπολογισμού από τις αρμοδιότητες των κρατών μελών.
Η τέταρτη πρόταση αφορά τη δημιουργία ενός «εκτάκτου
προγράμματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το οποίο θα εγγυηθεί την πρόσβαση στη
διατροφή και στις βασικές ενεργειακές ανάγκες όλων των Ευρωπαίων, μέσω της
δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Τροφίμων, και θα ακολουθεί το μοντέλο του
αντίστοιχου προγράμματος των ΗΠΑ και ένα Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ελάχιστης
Ενέργειας. Αυτά τα προγράμματα θα χρηματοδοτηθούν από την Κομισιόν». Με άλλα
λόγια η κρίση της κοινωνίας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με προγράμματα
φιλανθρωπίας και κουπόνια σίτισης. Και μάλιστα για τους αναξιοπαθούντες.
Μάλιστα η πρότασή τους προβλέπει χρηματοδότηση από την κομισιόν, αλλά δεν κάνει
λόγο ούτε καν για την αποκατάσταση των κρατικών συστημάτων κοινωνικής μέριμνας
και πρόνοιας που σφαγιάζονται από την ευρωζώνη.
Βλέπετε οι μεγάλοι κερδοσκόποι διεθνώς έχουν ανακαλύψει ότι
η φιλανθρωπία είναι μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες βιομηχανίες στον κόσμο.
Ιδίως για τα επόμενα χρόνια, όπου η καταστροφή της κοινωνίας θα γενικευτεί
προκειμένου να στηριχθούν οι τράπεζες και οι χρηματαγορές. Κι έτσι το μόνο που
χρειάζονται είναι επιφανείς οικονομολόγους που, γεμάτοι ηθική αγανάκτηση, να
προτείνουν χρηματοδοτούμενα προγράμματα φιλανθρωπίας προς εκμετάλλευση των
ιδιωτικών κυκλωμάτων φιλανθρωπίας και φυσικά των γνωστών και μη εξαιρετέων ΜΚΟ,
που συνήθως αποτελούν το alter ego των πιο μεγάλων και των πιο αδίστακτων
κερδοσκόπων παγκοσμίως. Βλέπε πάλι Σόρος. 
Η πρόταση αυτή χαρακτηρίζει το ήθος, το επίπεδο και τον
χαρακτήρα εκείνων που την προτείνουν. Λίγο ακόμη και θα κλείνουν τους
αναξιοπαθούντες σε ευρωπαϊκά εργασιακά κάτεργα, όπως τα βρετανικά workhouses
της εποχής του Ντίκενς, ή τα άσυλα για απόρους που λειτουργούν κατά χιλιάδες
στις ΗΠΑ και φροντίζουν να διαχειρίζονται και να στιγματίζουν τα εκατομμύρια
των δικαιούχων τους ως φύσει και θέσει απόβλητα της ζωής. Αλλά μην ανησυχείτε.
Αυτή την φορά θα έχουν λευκούς τοίχους – όπως τα ψυχιατρεία – μεγάλες
τηλεοράσεις και ιντερνέτ για να χαζεύουν οι έγκλειστοι ωφελούμενοι τους
επιφανείς οικονομολόγους να εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους για την πρωτοφανή
κοινωνική κρίση. Αληθινά, άξιος ο μισθός τους!
Δημήτρης Καζάκης
Το Χωνί, 21/7/2013

Καναπεδάτες κριτικές…

Κάθομαι αναπαυτικά στη πολυθρόνα μου, βλέποντας τηλεόραση.

Οι ειδήσεις, οι εκπομπές, όλες μιλούν για τα γεγονότα στην Αίγυπτο, τη πλατεία Ταχρίρ, την επέμβαση του στρατού, την ανατροπή του Αιγύπτιου Προέδρου.

Εκατομμύρια λαός, ανέτρεψε ένα ακόμα Πρόεδρο, τον δεύτερο σε δυό χρόνια.

Ένας λαός που πήρε την υπόθεση στα χέρια του, όταν πια έχει κατανοήσει ότι η εξουσία της χώρας του, τον θέτει στη γωνία.

Καλά όλα αυτά, έτσι που κάθομαι αναπαυτικά στο καναπέ μου, πίνοντας τον φραπέ μου, με όλη την άνεση για «βαθυστόχαστες» ερμηνείες των πραγμάτων, και κυρίως «ψύχραιμες» και «ρεαλιστικές», όμως, από την άλλη, σκέφτομαι :

Μα πού πάνε οι άνθρωποι;

Τι κάνουν;

Θάθελα να ήμουν εκεί και να τους φωνάξω :

ΕΧΕΤΕ ΠΛΑΝΟ Β;

Τι θα γίνει αν πέσει ο Πρόεδρός σας, τι θα γίνει αν το ΔΝΤ (το έχουν κι εκεί) σας δημιουργήσει προβλήματα, τι θα γίνει τέλος πάντων η χώρα σας;

Ποιος θα τη κυβερνήσει;

Τέτοιας σοβαρότητας ερωτήματα θα τους έθετα…

Από τον καναπέ μου…

Λοιπόν, για να απαντήσω σε τέτοια ερωτήματα, είναι ανάγκη προηγούμενα να σηκωθώ από τον καναπέ μου.

Δεν γίνεται ν’ απαντώ ξαπλωτός.

Όντας ορθός λοιπόν, με κανονική την αιμάτωση του εγκεφάλου μου, σκέφτομαι πως είναι η ενοχή μου που θέτει τα παραπάνω ερωτήματα. Η ενοχή μου πως δεν κάνω τίποτα για τα δικά μου προβλήματα, κι ακόμα χειρότερα : Ό,τι καταδικάζω στα λόγια, το επιλέγω μετά από λίγο με τη ψήφο μου.

Η αιτιολογία; Απλή : πού να δοκιμάζεις τώρα τους αδοκίμαστους στην Εξουσία. Καλύτερα μ’ αυτό που εσύ κατηγορείς ότι σε σκοτώνει, παρά να δοκιμάσεις κάτι άλλο, που μπορεί και να μη σε σκοτώσει, μπορεί ας πούμε να σε βλάψει κι αυτό πολύ, μα η διαφορά μεταξύ ενός που έχει βλαφτεί και είναι ζωντανός, από έναν που έχει βλαφτεί κι έχει πεθάνει, είναι αβυσσάλεα.

Όπως επίσης έγραφα σε παλιότερα άρθρα μου, υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία, στην Ιστορία ενός έθνους, ενός λαού, μιας χώρας, όπου τα ίδια τα γεγονότα σου επιβάλουν να δράσεις ακόμα και χωρίς κανένα πλάνο.

Ανέφερα ως παράδειγμα την ελληνική Επανάσταση του 1821, όταν οι οπλαρχηγοί, σ’ αντίθεση με τους κοτζαμπάσηδες και τα εγκαθιδρυμένα συνεργαζόμενα συμφέροντα (κι όχι μόνο όμως, για να είμαστε δίκαιοι, διότι και πνευματικοί άνθρωποι υποδείκνυαν ότι έπρεπε προηγούμενα να έχει συντελεσθεί η πνευματική ανάταση του έθνους μέσω της εκπαίδευσης), που αντιτίθονταν διότι δεν υπήρχε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «πλάνο Β» (στην ουσία πάνω σ’ αυτή τη λογική επιχειρηματολογούσαν), αυτοί λοιπόν οι οπλαρχηγοί δεν είχαν κανένα «πλάνο Β». Κι αν μάλιστα, ακόμα και σήμερα, καθόμασταν να βρούμε, πότε οι συγκυρίες θα ήταν ευνοϊκές για το υπόδουλο έθνος μας να επαναστατούσε κατά της τουρκοκρατίας, πολύ φοβούμαι, ότι καμία χρονολογία τουλάχιστον μέχρι και το τέλος του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου δεν θα ήταν ευνοϊκή ώστε να έχει καταρτισθεί ένα «αξιόπιστο» «πλάνο Β», αν αποτύγχανε το «πλάνο Α» των οπλαρχηγών.

Επίσης, έγραφα παλιότερα, πως όταν το 1940 η Ελλάδα έλεγε «Όχι», δεν υπήρχε κάποιο «πλάνο Β», η πορεία των πραγμάτων ήταν εξαιρετικά προβλέψιμη, όχι τόσο σε σχέση με την Ιταλία, αλλά το τι θα ακολουθούσε αν νικούσαμε την Ιταλία, οπότε και η κάθοδος της Γερμανίας προς υποστήριξη της συμμάχου της, ήταν υπερβέβαιη. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα στη κυριολεξία. Το μόνο «πλάνο Β» προέρχονταν τότε από τους εδώ γερμανόφιλους, που υποδείκνυαν την υποταγή, διότι ο αγώνας ήταν χωρίς προοπτική, άρα «παράλογος», και το αίμα που θα χύνονταν θα χύνονταν εξίσου «παράλογα». Το μόνο επιχείρημα να αντιδράσουμε ήταν η «Αξιοπρέπεια», όμως, τέτοιες «ευαισθησίες», είναι ακατανόητες για έναν «ρεαλιστή».

Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία ενός λαού, που επιβάλλουν να κινηθεί ακόμα και χωρίς «πλάνο Β».

Ποιες είναι αυτές οι στιγμές; Είναι οι στιγμές όπου η Αθλιότητα, η Εξαθλίωση και η Παρακμή διεκδικούν τη μονιμότητά τους και τη κυριαρχική τους παρουσία στο γίγνεσθαι (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, εθνικό, διεθνές). Είναι οι στιγμές, που η Αθλιότητα, η Εξαθλίωση και η Παρακμή ήδη υφάρπασαν με τη βία ή το ψέμα τη νόμιμη εξουσία από τον μόνο νόμιμο ιδιοκτήτη της, το λαό. Ναι, τότε, κάθε στιγμή που περνά είναι κρίσιμη και δεν έχεις περιθώρια αναμονής, όπως ακριβώς, όταν η χώρα μας έπαιρνε στα 1940 στις 3 η ώρα το πρωί το ιταλικό τελεσίγραφο κι έπρεπε σε 3 ώρες να απαντήσει, είναι φανερό, πως ο χρόνος δεν υπήρχε, ήδη κινείσαι, σε τέτοιες περιπτώσεις, σε χρόνο παρελθόντα και κυνηγάς απλά μη σου ξεφύγει εντελώς το μέλλον.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δηλαδή της καλά εγκαθιδρυμένης Αθλιότητας, Εξαθλίωσης και Παρακμής, οποιαδήποτε εξέλιξη φαντάζει απείρως καλύτερη απ’ ό,τι βιώνεται στα πλαίσια του «νόμου και της τάξης» της Αθλιότητας, της Εξαθλίωσης και της Παρακμής. Όταν οι δυνάμεις που πολεμούν την Αθλιότητα θα επικρατήσουν, θα έρθει το ίδιο το «πλάνο Β», υπό τη μορφή των κοινωνικών και λαϊκών απαιτήσεων για να τις συναντήσει, αν προηγούμενα οι ίδιες δεν θα έχουν ήδη κινηθεί προς αυτή τη συνάντηση.

Βασίλης Δημ. Χασιώτης 
Ολυμπιάδα, Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013 (Καναπεδάτες κριτικές…)